Σοκ προκαλούν οι λεπτομέρειες που περιέγραψε στην απολογία του ο Σκοπιανός που κατηγορείται για τη δολοφονία της 69χρονης Σταυρούλας στην Κρήτη, καθώς, σύμφωνα με όσα υποστήριξε ενώπιον του δικαστηρίου, επέστρεψε επανειλημμένα δίπλα στο θύμα προκειμένου να βεβαιωθεί ότι δεν θα επιβιώσει, πριν προχωρήσει στην απόκρυψη της σορού και στην προσπάθεια εξαφάνισης κάθε ίχνους του εγκλήματος.
Η απολογία του σκιαγραφεί μια αλληλουχία ενεργειών που, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, εκτυλίχθηκαν μετά τη συνάντησή του με τη 69χρονη στις 30 Μαΐου. Ο ίδιος υποστήριξε ότι η γυναίκα τον είχε ενημερώσει τηλεφωνικά πως επρόκειτο να επισκεφθεί το σπίτι του και ότι έφτασε εκεί λίγο μετά τις 16:20, εισερχόμενη χωρίς να χρειαστεί να της ανοίξει την πόρτα.
Η συνάντηση που κατέληξε σε τραγωδία
Κατά τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, προσέφερε στη γυναίκα μία μπίρα, από την οποία εκείνη ήπιε ελάχιστα, ενώ στη συνέχεια άρχισε να ελέγχει τους χώρους του σπιτιού και να φωτογραφίζει σημεία της κουζίνας, εκφράζοντας παράπονα για φθορές και σκουριές.
Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι η συμπεριφορά της προκάλεσε ένταση και ότι ακολούθησε διαπληκτισμός. Μάλιστα, έφτασε στο σημείο να υποστηρίξει ότι η 69χρονη του επιτέθηκε και στη συνέχεια έπεσε, χτυπώντας στο κεφάλι. «Είδα να τρέχει αίμα. Ξεκίνησε να φωνάζει και τότε θόλωσα. Τη χτύπησα με το μπουκάλι στο κεφάλι και σκέφτηκα ότι θα μπλέξω για μια τρελή», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Στη συνέχεια, σύμφωνα πάντα με την απολογία του, πήρε κολλητική ταινία από συρτάρι του σπιτιού και προσπάθησε να της κλείσει το στόμα. «Της τύλιξα το στόμα δύο φορές. Προσπαθούσε να το βγάλει με τα χέρια της. Επέμενα και πέρασα την ταινία ακόμη μία φορά. Σταμάτησε να κουνιέται», επεσήμανε.
«Γύρισα με μαχαίρι όταν την άκουσα να ξυπνά»
Ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι θεώρησε πως η γυναίκα είχε πεθάνει και απομακρύνθηκε προς την κουζίνα. Λίγο αργότερα, όμως, όπως ισχυρίστηκε, άκουσε το θύμα να ανακτά τις αισθήσεις του.
«Την άκουσα να ξυπνά. Θυμωμένος γύρισα στο δωμάτιο με ένα κουζινομάχαιρο. Ήταν ξαπλωμένη στο πλάι. Την πλησίασα και τη μαχαίρωσα δύο φορές στο ύψος της καρδιάς», περιέγραψε με κυνισμό, ενώ ανέφερε, στη συνέχεια πως καθάρισε το μαχαίρι και το πέταξε, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει το σημείο όπου κατέληξε.
Ωστόσο, λίγη ώρα αργότερα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, άκουσε ξανά τη 69χρονη να καλεί σε βοήθεια: «Άκουσα να λέει “βοήθεια, με ακούει κανείς;”». Τότε, όπως κατέθεσε, πήρε ένα κούτσουρο από το τζάκι και τη χτύπησε δύο φορές στο κεφάλι ενώ βρισκόταν στο πάτωμα. «Τότε δεν ξαναμίλησε», είπε ο δολοφόνος.
Η σκηνοθεσία ληστείας και η απόκρυψη της σορού
Ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι μετά τη δολοφονία εντόπισε δίπλα στο θύμα δύο τραπεζικές κάρτες μαζί με τον κωδικό PIN και μετέβη σε ΑΤΜ στις Μουρνιές για να πραγματοποιήσει ανάληψη χρημάτων. «Το έκανα επειδή ήθελα να φανεί ότι επρόκειτο για ληστεία», φέρεται να κατέθεσε.
Επιστρέφοντας στο σπίτι, όπως είπε, ξεκίνησε μια εκτεταμένη προσπάθεια καθαρισμού του χώρου. Σύμφωνα με την απολογία του, πήρε σακούλες και δεματικά από αποθήκη, έδεσε τα χέρια και τα πόδια της γυναίκας, μετέφερε τη σορό στο μπαλκόνι και την τοποθέτησε μέσα σε σακούλες: «Ξεκίνησα να σφουγγαρίζω, άλλαζα συνέχεια το νερό. Έβαζα αρωματικό και χλωρίνη αλλά έτρεχε πολύ αίμα».
Ο ίδιος ανέφερε ότι απομάκρυνε τα σπασμένα γυαλιά και το κούτσουρο, ενώ αργότερα πραγματοποίησε ακόμη και βιντεοκλήση με τη σύζυγό του, πριν συνεχίσει τις εργασίες καθαρισμού.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, περίπου στις 22:00 πέταξε το κινητό τηλέφωνο και τις τραπεζικές κάρτες της 69χρονης, ενώ πραγματοποίησε και νέα ανάληψη χρημάτων.
Η μεταφορά του πτώματος
Περιγράφοντας τις επόμενες ώρες, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν κατάφερε να κοιμηθεί και προσπαθούσε να βρει τρόπο να εξαφανίσει τη σορό χωρίς να εντοπιστεί: «Δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Έκανα ένα τσιγάρο χασίς και σκεφτόμουν πού να πάω το πτώμα χωρίς να με πιάσει η αστυνομία».
Τελικά, όπως υποστήριξε, μετέφερε τη σορό σε χωράφι όπου εκτελούσε εργασίες. Σύμφωνα με την κατάθεσή του, έσκαψε λάκκο για περίπου είκοσι λεπτά και χρησιμοποίησε καρότσι οικοδομής για τη μεταφορά του σώματος. «Το κάλυψα με αρκετό χώμα και στις 08:00 επέστρεψα στο σπίτι, όπου καθάρισα τα τελευταία αίματα», ανέφερε.
Η αναφορά στην κάνναβη και η συγνώμη
Ολοκληρώνοντας την απολογία του, ο κατηγορούμενος απέδωσε μέρος της συμπεριφοράς του στην περιστασιακή χρήση κάνναβης, υποστηρίζοντας ότι είχε κάνει χρήση την ημέρα του εγκλήματος: «Πιστεύω ότι επειδή είμαι περιστασιακός χρήστης κάνναβης και εκείνη την ημέρα είχα κάνει ένα τσιγάρο, αυτή είναι η αιτία που έγιναν όλα. Ποτέ δεν είχα σκεφτεί κάτι κακό να κάνω».
Στο τέλος της κατάθεσής του απηύθυνε συγγνώμη προς τους οικείους του θύματος, λέγοντας: «Ζητώ συγγνώμη από την οικογένεια της Σταυρούλας».
