Η ζέστη ήρθε φέτος νωρίς στη Νάπολη – όπως άλλωστε σε ολόκληρη την Ευρώπη. Βρισκόμαστε προς στα τέλη του Ιουνίου και τα στενά του ιστορικού κέντρου εγκλωβίζουν τη θερμότητα, αναγκάζοντας κατοίκους και επισκέπτες να αναζητήσουν λίγη σκιά στις προσόψεις των παλιών κτηρίων. Στην περιοχή San Giuseppe, ανηφορίζοντας προς τη Via Toledo, τον σημαντικότερο εμπορικό δρόμο της πόλης, ανάμεσα σε τουρίστες που φωτογραφίζουν τα πάντα και σε μηχανάκια που περνούν βιαστικά, το βλέμμα τραβούν τρεις σημαίες που προσπαθούν να… κυματίσουν.
Η πρώτη είναι η ελληνική. Η δεύτερη φέρει τον δικέφαλο αετό του Βυζαντίου. Η τρίτη είναι η ιταλική.
Λίγα σκαλιά πάνω από το επίπεδο του δρόμου βρίσκεται ο ελληνορθόδοξος ναός των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου – αν δεν γνωρίζεις, εκπλήσσει, παρόλο που βρίσκεται στην καρδιά μιας πόλης με ένα από τα μεγαλύτερα ιστορικά κέντρα στην Ευρώπη και με τόσες πολλές καθολικές εκκλησίες, αναπόσπαστο κομμάτι του αστικού τοπίου.
Πρόκειται για τον αρχαιότερο ναό της ελληνικής διασποράς στη Δύση και για το πνευματικό κέντρο της ελληνικής ομογένειας μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης.

Στη Νάπολη οι ναοί αποτελούν από μόνοι τους σημεία τουριστικού ενδιαφέροντος. Οι περισσότεροι παραμένουν ανοιχτοί και υποδέχονται καθημερινά εκατοντάδες επισκέπτες. Μπαίνεις για λίγα λεπτά, κοιτάζεις έναν τρούλο, μια τοιχογραφία, ένα παρεκκλήσι, και συνεχίζεις τη διαδρομή σου.
Κάπως έτσι συμβαίνει και στους Αποστόλους Πέτρο και Παύλο. Μόνο που πίσω από αυτές τις τρεις σημαίες και τα λίγα αυτά σκαλιά κρύβεται μια ιστορία πέντε αιώνων· και δεν αφορά μόνο έναν ναό ή μια μικρή ελληνική κοινότητα της Ιταλίας, αλλά ένα ολόκληρο κεφάλαιο της νεότερης ιστορίας του ελληνισμού.
Γιατί αυτή η εκκλησία δημιουργήθηκε από την ανάγκη ανθρώπων που είχαν χάσει τις πατρίδες τους να κρατήσουν ζωντανή τη μνήμη τους και να ξαναχτίσουν, σε μια ξένη γη, ένα μικρό κομμάτι της Ελλάδας που άφησαν πίσω.

Η ιστορία των Ελλήνων της Νάπολης αρχίζει πολύ πριν από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους και συνδέεται άμεσα με τις δραματικές ανακατατάξεις που προκάλεσε η οθωμανική επέκταση στον ελληνικό χώρο. Οι πρώτοι Έλληνες έφτασαν στη νότια Ιταλία από την Ήπειρο πριν από το 1487, ενώ ήδη από το 1488 ο βασιλιάς Φερδινάνδος αναγνώριζε το δικαίωμα να ασκούν θρησκευτικές και διοικητικές πράξεις σύμφωνα με τους νόμους και τα έθιμα της πατρίδας.
Ήταν μια παραχώρηση με ιδιαίτερη σημασία, διότι η διατήρηση της γλώσσας, της πίστης και των κοινοτικών θεσμών ήταν ένας τρόπος για τους Έλληνες να συνεχίσουν να υπάρχουν ως κοινότητα. Μια κοινότητα που ενισχύθηκε από ένα μεγάλο κύμα λίγες δεκαετίες αργότερα.
Μετά την οθωμανική κατάκτηση της Μεθώνης και της Κορώνης και τις εξελίξεις της περιόδου 1532-1534, περίπου 8.000 Έλληνες εγκατέλειψαν τις εστίες τους και από αυτούς σχεδόν 5.000 εγκαταστάθηκαν στη Νάπολη.
Είναι γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο που οι πηγές της εποχής τούς αποκαλούν «πρόσφυγες»: δεν επρόκειτο για ανθρώπους που αναζητούσαν καλύτερες οικονομικές συνθήκες ή για εμπόρους που επέλεξαν να μετακινηθούν. Ήταν πληθυσμοί που ξεριζώθηκαν λόγω της οθωμανικής επέκτασης. Και κάπως έτσι η Νάπολη έγινε η νέα τους πατρίδα.


Το 1518, ο πρίγκιπας Θωμάς Ασάνης Παλαιολόγος, Βυζαντινός εξόριστος στο βασίλειο της Νάπολης και απόγονος δύο αυτοκρατορικών δυναστειών (Παλαιολόγων του Βυζαντίου και Ασέν της Βουλγαρίας), ίδρυσε την πρώτη εκκλησία των Ελλήνων της πόλης. Ένας μικρός ναός που, όπως αναφέρουν οι ιστορικές πηγές, αποτελούσε για τους πρόσφυγες «το σημείο αμοιβαίας συνάντησης και σύνδεσης με την πατρίδα». Εκεί μπορούσαν να ακούσουν τη γλώσσα τους, να συναντήσουν συμπατριώτες τους, να διατηρήσουν τα έθιμά τους.
Τα πρώτα της χρόνια η εκκλησία ήταν αφιερωμένη στην Παναγία, όπως συνέβαινε συχνά με τους ναούς των ελληνικών κοινοτήτων της διασποράς, που αναζητούσαν στην προστασία της Θεοτόκου ένα συμβολικό καταφύγιο σε περιόδους αβεβαιότητας και ξεριζωμού. Με την πάροδο του χρόνου, καθώς η κοινότητα οργανωνόταν και αποκτούσε μεγαλύτερη συνοχή και αυτοπεποίθηση, κρίθηκε σκόπιμο να τονιστεί ο αποστολικός χαρακτήρας της Ορθόδοξης Εκκλησίας και τη σύνδεσή της με την ευρύτερη χριστιανική παράδοση.
Έτσι, το 1634, μετά από ανακατασκευές και επεκτάσεις, ο ναός αφιερώθηκε επισήμως στους Αγίους Πέτρο και Παύλο.
Η επιλογή δεν ήταν τυχαία. Οι δύο κορυφαίοι απόστολοι, που συμβολίζουν την ενότητα αλλά και τη διάδοση του χριστιανισμού πέρα από τα σύνορα, αντανακλούσαν με έναν τρόπο και την ίδια την εμπειρία των Ελλήνων της εποχής: ξεριζωμένοι αλλά φορείς της πίστης και της ταυτότητας σε έναν νέο τόπο.
Στο μεταξύ, η ελληνική κοινότητα άρχισε να αποκτά σημαντική δύναμη και κύρος. Το 1561 ιδρύθηκαν επίσημα η Εκκλησία και Αδελφότητα των Ελλήνων της Νάπολης, με διττό σκοπό: αφενός να διαφυλάξουν την ελληνική και ορθόδοξη παράδοση και αφετέρου να προσφέρουν βοήθεια στους Έλληνες που είχαν ανάγκη.

Έτσι, δημιουργείται το διοικητικό, κοινωνικό και πνευματικό κέντρο μιας διασποράς που οργανώνεται, αποκτά οικονομική ισχύ, συμμετέχει στην πολιτική και εμπορική ζωή της πόλης και ταυτόχρονα παραμένει συνδεδεμένη με τον υπόδουλο ελληνισμό.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι ιστορικοί περιγράφουν τον απόδημο και τον υπόδουλο ελληνισμό ως «συγκοινωνούντα δοχεία».
Οι Έλληνες της Νάπολης δεν διέρρηξαν ποτέ τους δεσμούς τους με την πατρίδα που άφησαν πίσω. Αντίθετα, συμμετείχαν σε αντιοθωμανικά δίκτυα, στήριξαν επαναστατικές κινήσεις και διατήρησαν ζωντανή την ελπίδα της απελευθέρωσης.
Στο ναό των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου προσεύχονταν ακόμη και για τις νίκες της Αικατερίνης της Ρωσίας κατά των Οθωμανών, ελπίζοντας ότι οι εξελίξεις αυτές θα άνοιγαν τον δρόμο για την απελευθέρωση των υπόδουλων ελληνικών πληθυσμών.
Αργότερα, μέλη της ελληνικής κοινότητας της Νάπολης θα συμμετάσχουν στη Φιλική Εταιρεία και θα πολεμήσουν στην Ελληνική Επανάσταση του 1821.



Όποιος περάσει το κατώφλι του ναού σήμερα, θα διαπιστώσει ότι η ιστορία αυτή δεν αποτυπώνεται μόνο στα αρχεία και στις αφηγήσεις, αλλά και στους ίδιους τους τοίχους του.
Στο εσωτερικό σώζονται σημαντικά έργα ζωγραφικής, εικόνες και τοιχογραφίες που συνδυάζουν τη βυζαντινή παράδοση με επιρροές της ιταλικής τέχνης. Ξεχωρίζουν οι φορητές εικόνες των Αγίων Αποστόλων, αλλά και έργα που αποδίδονται σε Έλληνες και Ιταλούς καλλιτέχνες της εποχής (με εξέχοντα τον Κεφαλονίτη Ευστάθιο Καρούσο), αποτυπώνοντας τη συνάντηση δύο κόσμων.
Το τέμπλο, με τη χαρακτηριστική του διακόσμηση, λειτουργεί ως ορατό σύνορο ανάμεσα στο ιερό και τον κυρίως ναό, ενώ παράλληλα αφηγείται, μέσα από τις μορφές των αγίων και τις σκηνές της Καινής Διαθήκης, την πνευματική συνέχεια της κοινότητας.
Η συνέχεια της ιστορίας όμως δεν υπήρξε ανέφελη. Για περισσότερους από δύο αιώνες η ελληνική κοινότητα χρειάστηκε να αγωνιστεί για να διατηρήσει τον ορθόδοξο χαρακτήρα της εκκλησίας της. Οι πιέσεις για την επιβολή ελληνοκαθολικών ιερέων και οι συνεχείς παρεμβάσεις των Αρχών δημιούργησαν μακροχρόνιες συγκρούσεις, που πολλές φορές απείλησαν την ίδια την ταυτότητα του ιδρύματος.
Τελικά, το 1866, δικαστική απόφαση επέστρεψε τον ναό στους Έλληνες Ορθοδόξους, κλείνοντας ένα από τα πιο δύσκολα κεφάλαια της ιστορίας του. Αλλά η κοινότητα δεν έπαψε ποτέ να δοκιμάζεται.

Στα χρόνια του φασισμού οι Έλληνες της Νάπολης έστελναν τα παιδιά τους στην Ελλάδα για να φοιτήσουν σε ελληνικά σχολεία, φοβούμενοι ότι διαφορετικά θα έχαναν τη γλώσσα και την ταυτότητά τους. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου, οι περιουσίες τους κατασχέθηκαν και πολλοί εκτοπίστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μάλιστα, ο εφημέριος Βενέδικτος Κατσανεβάκης, με την ιδιότητα του ιερέα είχε το δικαίωμα εισόδου στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, μάθαινε τα ονόματα και τον τόπο καταγωγής των αιχμαλώτων και διοχέτευε τις πληροφορίες στην Ελλάδα, μέσω του προξενείου της Ελβετίας.
Για τον καθηγητή του Πανεπιστημίου της Καλαβρίας Ιωάννη Κορίνθιο, ο οποίος μελέτησε το αρχείο της Αδελφότητας των Ελλήνων στη Νάπολη και άλλες ιταλικές και ελληνικές πηγές, «η διασπορά των Ελλήνων είναι ένα κλειδί για να κατανοήσουμε όχι μόνο την ιστορία του νεότερου ελληνισμού στην Ευρώπη και στη Μεσόγειο αλλά και την ίδια την ιστορία της Ευρώπης».

Το 2015, ο δρόμος μπροστά από το ναό ονομάστηκε ξανά Via dei Greci – το φασιστικό καθεστώς το 1924 «έσβησε» την Οδό των Ελλήνων, για την οποία υπάρχουν μαρτυρίες σε έγγραφα του 16ου αιώνα.
Η επαναφορά δεν ήταν απλώς μια τυπική διοικητική πράξη. Ήταν μια συνειδητή επιλογή του Δήμου Νάπολης να αναγνωρίσει δημόσια την παρουσία των Ελλήνων στην πόλη και τη συμβολή τους στη διαμόρφωση της ταυτότητάς της. Με τη νέα (και ταυτόχρονα παλιά) ονομασία, ο δρόμος απέκτησε έναν χαρακτήρα μνήμης, λειτουργώντας ως σηματωρός, ότι σε αυτό το σημείο της πόλης άνθισε για αιώνες μια ζωντανή ελληνική κοινότητα.
ΠΗΓΗ: pontosnews.gr
