Ο θόρυβος που έχει προκληθεί τις τελευταίες εβδομάδες γύρω από την παρουσία λαγοκέφαλων στις ελληνικές θάλασσες δεν θα πρέπει να αποπροσανατολίζει από τα πραγματικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα θαλάσσια οικοσυστήματα, σύμφωνα με τον διευθυντή του Ινστιτούτου Θαλάσσιας Προστασίας «Αρχιπέλαγος», Θοδωρή Τσιμπίδη. Ο ίδιος καλεί σε ψυχραιμία, υποστηρίζοντας ότι η εικόνα ενός επικίνδυνου ψαριού που επιτίθεται σε λουόμενους αποτελεί σε μεγάλο βαθμό προϊόν υπερβολής, ενώ η ουσία βρίσκεται στη χρόνια υποβάθμιση των ελληνικών θαλασσών, την υπεραλίευση και την έλλειψη ουσιαστικής διαχείρισης.
Όπως εξηγεί, ο λαγοκέφαλος δεν είναι επιθετικό είδος απέναντι στον άνθρωπο και δεν συνιστά απειλή για όσους κολυμπούν. Ο πραγματικός κίνδυνος αφορά την κατανάλωσή του, καθώς πρόκειται για τοξικό ψάρι. Οι πολυάριθμες καταγραφές από δύτες και λουόμενους σε όλη την Ελλάδα δείχνουν ότι το είδος συνυπάρχει με τον άνθρωπο χωρίς να εκδηλώνει επιθετική συμπεριφορά.
Ο Θοδωρής Τσιμπίδης επισημαίνει ότι τα ελάχιστα περιστατικά δαγκωμάτων συνδέονται σχεδόν πάντα με ανθρώπινες παρεμβάσεις. Το τάισμα των ψαριών, η απόρριψη τροφών ή δολωμάτων – πολλές φορές εμπλουτισμένων με χημικούς ελκυστές – στα ρηχά νερά οδηγούν τα ψάρια στο να συσχετίζουν την παρουσία ανθρώπων με τροφή και να πλησιάζουν ολοένα περισσότερο τις παραλίες.
Κατά τον ίδιο, η πραγματική διάσταση του προβλήματος αφορά κυρίως την αλιεία και τη βιοποικιλότητα. Η αύξηση των πληθυσμών του λαγοκέφαλου προκαλεί σημαντικές ζημιές στους επαγγελματίες αλιείς και επηρεάζει την ισορροπία των θαλάσσιων οικοσυστημάτων. Ωστόσο, εκφράζει επιφυλάξεις για τα μέτρα που εφαρμόζονται μέχρι σήμερα, θεωρώντας ότι δεν αντιμετωπίζουν τις βαθύτερες αιτίες του φαινομένου.
«Ο πραγματικός κίνδυνος είναι να επαναπαυθούμε σε τέτοιου είδους μέτρα»
Όπως αναφέρει, τα προγράμματα αποζημιώσεων που έχει ανακοινώσει η κυβέρνηση αποτελούν μια χρήσιμη οικονομική στήριξη προς τους αλιείς, χωρίς όμως να δίνουν μακροπρόθεσμη λύση. Αντίστοιχα, τα «σαφάρι» λαγοκέφαλων και οι σχετικοί διαγωνισμοί συγκεντρώνουν δημοσιότητα, αλλά δύσκολα μπορούν να ανατρέψουν την οικολογική πραγματικότητα.
«Ο πραγματικός κίνδυνος είναι να επαναπαυθούμε σε τέτοιου είδους μέτρα, να νομίζουμε ότι λύσαμε το πρόβλημα και να αποφύγουμε, για ακόμη μία φορά, να ασχοληθούμε με τις πραγματικές αιτίες», προειδοποιεί.
Σύμφωνα με τον επιστήμονα, η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται στη διαχρονική υπεραλίευση και στις καταστροφικές πρακτικές που εφαρμόζονται επί δεκαετίες στις ελληνικές θάλασσες. Όπως υποστηρίζει, η έλλειψη ουσιαστικών μέτρων προστασίας έχει οδηγήσει στη δραματική μείωση των ιχθυαποθεμάτων και στην αποδυνάμωση των φυσικών μηχανισμών αυτορρύθμισης των οικοσυστημάτων.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει και στην απουσία προστασίας της αναπαραγωγικής περιόδου των ψαριών. Όπως σημειώνει, για πολλά χρόνια τόσο οι επαγγελματίες όσο και οι ερασιτέχνες αλιείς δραστηριοποιούνται εντατικά την άνοιξη, όταν τα περισσότερα είδη συγκεντρώνονται στα παράκτια νερά για να αναπαραχθούν, με αποτέλεσμα να περιορίζεται σημαντικά η δυνατότητα ανανέωσης των πληθυσμών τους.
Παράλληλα, ασκεί έντονη κριτική στη διαχρονική πολιτική διαχείρισης της αλιείας, υποστηρίζοντας ότι από τη δεκαετία του 1990 οι αρμόδιες υπηρεσίες λειτουργούν χωρίς σαφή στρατηγική, ενώ οι πολιτικές ηγεσίες δεν έχουν αντιμετωπίσει ουσιαστικά τα προβλήματα του κλάδου. Η συνέχιση της υπεραλίευσης, όπως αναφέρει, οδηγεί σταδιακά στην οικολογική ερημοποίηση των ελληνικών θαλασσών, δημιουργώντας συνθήκες που ευνοούν την εγκατάσταση και την εξάπλωση ξενικών ειδών, όπως ο λαγοκέφαλος.
«Δεν μπορούμε να κρυβόμαστε πίσω από την κλιματική αλλαγή»
Ο Θοδωρής Τσιμπίδης αναγνωρίζει ότι η κλιματική αλλαγή διευκολύνει την εξάπλωση εισβολικών ειδών στη Μεσόγειο, ωστόσο επιμένει ότι δεν μπορεί να αποτελεί δικαιολογία για τη μη λήψη μέτρων. «Δεν μπορούμε να κρυβόμαστε πίσω από την κλιματική αλλαγή και να συνεχίζουμε να μην κάνουμε τα αυτονόητα για τη διαχείριση της αλιείας και την προστασία της βιοποικιλότητας», τονίζει.
Στο πλαίσιο αυτό, το Ινστιτούτο «Αρχιπέλαγος» ετοιμάζεται να καταθέσει ολοκληρωμένη νομοθετική πρόταση προς το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, αξιοποιώντας καλές πρακτικές που εφαρμόζονται σε χώρες της Μεσογείου και των Βαλκανίων. Στόχος είναι η αποτελεσματική προστασία της αναπαραγωγής των βασικών αλιευμάτων σε ολόκληρη την ελληνική ακτογραμμή και όχι μόνο στις υφιστάμενες προστατευόμενες περιοχές.
«Όσα μέτρα και αν εξαγγείλουμε, οι φυσικοί μηχανισμοί αυτορρύθμισης των θαλάσσιων οικοσυστημάτων δεν θα επανέλθουν, αν δεν προστατεύσουμε αποτελεσματικά την αναπαραγωγή των ψαριών», υπογραμμίζει ο Θοδωρής Τσιμπίδης, εκτιμώντας ότι μόνο υγιή και πλούσια θαλάσσια οικοσυστήματα μπορούν να περιορίσουν φυσικά τις πληθυσμιακές εξάρσεις του λαγοκέφαλου, αλλά και άλλων ειδών, όπως οι μέδουσες.
