Είμαι πολύ τυχερός, γιατί το σπίτι μου απέχει λιγότερο από 50 μέτρα από μια στάση του μετρό. Από τότε που τέθηκε σε λειτουργία, στα τέλη του 2024, δεν χρειάστηκε να επιβιβαστώ ξανά σε λεωφορείο, παρά μόνο στη διάρκεια των λίγων εβδομάδων που οι συρμοί δεν κυκλοφορούσαν προκειμένου να γίνουν οι δοκιμές για τη σύνδεση της επέκτασης προς Καλαμαριά.
Αντίστοιχη τύχη έχουν και μερικές χιλιάδες άλλοι άνθρωποι στην πόλη, καθώς και -εκτιμώ- ορισμένες δεκάδες χιλιάδες επιπλέον Θεσσαλονικείς, οι οποίοι μένουν σε απόσταση έως 300 μέτρων από κάποια στάση – μια απόσταση που δεν είναι αποτρεπτική για να περπατούν καθημερινά έως εκεί. Και αν είναι και διπλά τυχεροί και δεν απέχει σημαντικά και η δουλειά τους από κάποιο σημείο που προσεγγίζει το μετρό, τότε πρέπει, μάλλον, να ανοίγουν σαμπάνιες!
Είναι αναμφισβήτητο ότι το μετρό έχει αναβαθμίσει τη λειτουργικότητα της πόλης και βελτιώσει την ποιότητα ζωής των κατοίκων. Ωστόσο, το τελευταίο ισχύει μόνο για έναν σχετικά περιορισμένο αριθμό ατόμων. Δυστυχώς, η συντριπτική πλειονότητα των Θεσσαλονικέων ελάχιστα έως καθόλου δεν έχει ευεργετηθεί από τη λειτουργία του: Για τους κατοίκους περιοχών όπως η Τούμπα και φυσικά των δήμων της δυτικής Θεσσαλονίκης, το μετρό είναι σαν να μην υπάρχει.
Από τη λίστα των «αδικημένων» θα αφαιρεθεί πολύ σύντομα ένας σημαντικός αριθμός των κατοίκων της Καλαμαριάς. Την ίδια τύχη όμως θα αργήσουν πολλά χρόνια να έχουν και οι κάτοικοι των δυτικών συνοικιών του πολεοδομικού συγκροτήματος, όπως επίσης και οι κάτοικοι της Τούμπας και διαφόρων άλλων περιοχών.
Εξυπακούεται ότι δεν έχω την απαίτηση να κατασκευαστεί «εδώ και τώρα» και σε όλο του το εύρος το δίκτυο του μετρό που έχει πραγματικά ανάγκη η πόλη. Μια τέτοια απαίτηση θα ήταν εντελώς ουτοπική, και όχι μόνο επειδή χρειάστηκαν σχεδόν 20 χρόνια από την έναρξη των πρώτων εργασιών προκειμένου να κυκλοφορήσουν οι συρμοί στην υπάρχουσα βασική γραμμή (κάτι που, βέβαια, δεν αφήνει και υπερβολικά πολλά περιθώρια αισιοδοξίας ότι θα τηρηθούν επακριβώς τα όποια μελλοντικά χρονοδιαγράμματα). Γιατί, φυσικά, πρέπει να αναλογιστούμε, ότι και τα δίκτυα του μετρό μεγάλων ευρωπαϊκών πόλεων χρειάστηκαν δεκαετίες για να πάρουν τη… δαιδαλώδη μορφή που σήμερα έχουν και να επεκταθούν σε σχεδόν κάθε γειτονιά.
Συνεπώς μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι βρισκόμαστε μόνο στην εκκίνηση μιας μακράς πορείας προς το μέλλον. Με εξίσου μεγάλη βεβαιότητα μπορούμε όμως να ισχυριστούμε ότι μόνο όταν διαθέτουμε ένα ολοκληρωμένο δίκτυο υπόγειου σιδηρόδρομου -που θα επεκτείνεται συνεχώς αναλόγως με τις πολεοδομικές ανάγκες- θα αποκτήσει η Θεσσαλονίκη τη λειτουργικότητα και το προφίλ μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής πόλης.
Πρόκειται για ένα μάλλον ηράκλειο εγχείρημα, που όμως δεν πρέπει να αποθαρρύνει τους ιθύνοντες, αλλά αντιθέτως να τους ωθήσει να το τρέξουν μια ώρα αρχύτερα. Μόνο όταν ολοκληρωθεί θα ρυθμιστούν σε ικανοποιητικό βαθμό μια σειρά ζητημάτων που άπτονται της καθημερινότητας των κατοίκων, αρχής γενομένης από το μείζον ζήτημα του κυκλοφοριακού.
Συνεπώς, η όποια κυβέρνηση οφείλει να μεριμνήσει, ώστε να πάρουν γρήγορα «σάρκα και οστά» οι επεκτάσεις που έχουν σχεδιαστεί και εξαγγελθεί – και να προστεθούν και όσο το δυνατόν περισσότερες. Ήδη η Θεσσαλονίκη έχασε πάρα πολύ χρόνο βλέποντας το τρένο της ανάπτυξης να… μην περνάει. Και κάθε επιπλέον χάσιμο χρόνου θα υποθηκεύει όλο και περισσότερο το μέλλον της πόλης, όχι απλά για τα επόμενα χρόνια, αλλά για τις επόμενες δεκαετίες και ενδεχομένως τις επόμενες γενιές!
ΥΓ: Και κάθε σοβαρή κουβέντα που αναφέρεται στο μέλλον των μέσων σταθερής τροχιάς της πόλης, πρέπει να περιλαμβάνει και ένα δίκτυο προαστιακού σιδηρόδρομου, που θα φέρνει τους όμορους νομούς πιο «κοντά» στη Θεσσαλονίκη.
ΠΗΓΗ: thitanews.gr
