O Νίκος Καζαντζάκης ως μέλος της Κεντρικής Επιτροπής Διαπιστώσεως Ωμοτήτων εν Κρήτη

Η συγκρότηση της επιτροπής αυτής δεν ήταν τυχαία, αλλά εντασσόταν στο γενικότερο κύμα μεταπολεμικής δικαιοσύνης που σάρωσε την Ευρώπη αμέσως μετά την ήττα του ναζισμού

Το καλοκαίρι του 1945, αμέσως μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Νίκος Καζαντζάκης μαζί με τους καθηγητές Ιωάννη Κακριδή και Ιωάννη Καλιτσουνάκη και τον φωτογράφο Κωνσταντίνο Κουτουλάκη αποτέλεσαν τα μέλη Κεντρικής Επιτροπής Διαπιστώσεως Ωμοτήτων εν Κρήτη. Σύμφωνα με την κυβερνητική εντολή, η αποστολή που είχε επωμιστεί η επιτροπή ήταν η περιήγηση στο νησί για την καταγραφή των ναζιστικών εγκλημάτων και των καταστροφών που υπέστησαν οι Ελληνίδες και οι Ελληνες της Κρήτης κατά τη διάρκεια της Κατοχής.

  • Από τον Θεοφάνη Μαλκίδη*

Η εμπειρία αυτή λειτούργησε για τον Καζαντζάκη ως ένα συγκλονιστικό πεδίο δοκιμασίας των αναζητήσεών του για τις έννοιες της ελευθερίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της σχέσης του ατόμου με την εξουσία και τις ιδεολογίες.

Ερχόμενος πρόσωπο με πρόσωπο με τα ερείπια, τους ομαδικούς τάφους και τον πόνο των επιζώντων, ο συγγραφέας αντίκρισε την απόλυτη αποκτήνωση στην οποία μπορεί να οδηγήσει η τυφλή υποταγή σε ολοκληρωτικές ιδεολογίες. Επίσης κατέγραψε τα αποτελέσματα της απογυμνωμένης από κάθε ηθικό φραγμό εξουσίας, η οποία μετατρέπεται σε έναν ισοπεδωτικό μηχανισμό που εκμηδενίζει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και αφαιρεί το δικαίωμα στη ζωή.

Παράλληλα, μέσα από τη συμμετοχή του στην επιτροπή, την καταγραφή των εγκλημάτων και τη μετέπειτα λογοτεχνική του κατάθεση, ο Καζαντζάκης δεν ανέδειξε μόνο τη φρίκη, αλλά και το μεγαλείο της ανθρώπινης αντίστασης. Ετσι, για αυτόν η ελευθερία δεν είναι μια αφηρημένη θεωρητική έννοια, αλλά μια καθημερινή πράξη ευθύνης. Το πρόσωπο, προκειμένου να διασώσει την οντολογία του απέναντι στην κρατική ή ιδεολογική βία, οφείλει να αρνηθεί τον φόβο και να επιλέξει τον δρόμο του καθήκοντος. Ο Νίκος Καζαντζάκης καταγράφει τα εγκλήματα των Γερμανών κατακτητών στην Κρήτη

Η συγκρότηση της Κεντρικής Επιτροπής Διαπιστώσεως Ωμοτήτων εν Κρήτη δεν ήταν τυχαία, αλλά εντασσόταν στο γενικότερο κύμα μεταπολεμικής δικαιοσύνης που σάρωσε την Ευρώπη αμέσως μετά την ήττα του ναζισμού. Τον Μάιο του 1945 το ελληνικό κράτος αποφάσισε τη σύσταση ειδικών επιτροπών, με στόχο την επίσημη, θεσμική καταγραφή των καταστροφών και των εγκλημάτων πολέμου των δυνάμεων του Αξονα (Γερμανοί, Ιταλοί, Βούλγαροι) σε όλη την επικράτεια.

Ειδικότερα, στην Κρήτη, η οποία είχε δεχτεί ένα από τα σκληρότερα κύματα αντιποίνων στην Ευρώπη (εκτελέσεις αμάχων, ισοπέδωση χωριών όπως η Κάνδανος και η Βιάννος) λόγω της μαζικής λαϊκής συμμετοχής στη Μάχη της Κρήτης και την Αντίσταση, η ανάγκη τεκμηρίωσης ήταν κατεπείγουσα. Ως επικεφαλής της επιτροπής επιλέχθηκε ο Νίκος Καζαντζάκης, αφού το κράτος χρειαζόταν μια προσωπικότητα αδιαμφισβήτητου κύρους για να ηγηθεί της αποστολής, ώστε το πόρισμα να έχει ηθικό και διεθνές βάρος.

Δίπλα στον Καζαντζάκη τοποθετήθηκαν δύο κορυφαίοι πανεπιστημιακοί φιλόλογοι, ο Ιωάννης Κακριδής και ο Ιωάννης Καλιτσουνάκης (και οι δύο με άριστη γνώση της γερμανικής γλώσσας και παιδείας), καθώς και ο εξαιρετικός φωτογράφος Κωνσταντίνος Κουτέλας. Το ταξίδι της επιτροπής πραγματοποιήθηκε κάτω από αδιανόητα δύσκολες συνθήκες, την περίοδο από 29 Ιουλίου έως 3 Σεπτεμβρίου 1945, σε 76 χωριά και κωμοπόλεις και στους τέσσερις νομούς της Κρήτης (Χανιά, Ρέθυμνο, Ηράκλειο, Λασίθι).

Στα χωριά η άφιξη της επιτροπής αντιμετωπίστηκε με δέος. Οι κάτοικοι, συντετριμμένοι αλλά υπερήφανοι, συγκεντρώνονταν στις πλατείες για να καταθέσουν ενόρκως. Για πολλούς ήταν η πρώτη φορά που το επίσημο κράτος τους άκουγε και κατέγραφε τον πόνο τους και συγκεντρώθηκαν αυθεντικές μαρτυρίες, ένορκες καταθέσεις επιζώντων, στοιχεία για εκτελέσεις και βασανισμούς, καθώς και τεκμήρια για την ολοσχερή καταστροφή οικισμών (όπως η Βιάννος, τα Ανώγεια, η Κάνδανος και τα χωριά της ρίζας του Ψηλορείτη και του Κέντρους). Μετά την επιστροφή της επιτροπής στην Αθήνα τα μέλη της επιτροπής επεξεργάστηκαν το τεράστιο υλικό συνοδευόμενο από φωτογραφικό υλικό, που κατέγραφε το μέγεθος των ανθρώπινων απωλειών και των υλικών καταστροφών, και παρέδωσαν την πολυσέλιδη έκθεση στο υπουργείο.

Ωστόσο το ξέσπασμα του Εμφυλίου Πολέμου (1946–1949), η λήθη που επέβαλε ο Ψυχρός Πόλεμος και η πολιτική της Ελλάδας έναντι των θυτών και των δοσιλόγων οδήγησαν στην πλήρη περιθωριοποίηση της έκθεσης, η οποία παρέμεινε στα αζήτητα των κρατικών αρχείων μέχρι την τυχαία επανανακάλυψη και έκδοσή της δεκαετίες αργότερα. Συγκεκριμένα, παρέμεινε στα κρατικά αρχεία μέχρι το 1983, οπότε και εκδόθηκε πρώτη φορά αυτόνομα από τον Δήμο Ηρακλείου.

Η πολιτική, νομική, λογοτεχνική διάσταση και η απαράγραπτη απαίτηση

Η Κεντρική Επιτροπή Διαπιστώσεως Ωμοτήτων εν Κρήτη με τον Νίκο Καζαντζάκη κατέγραψε με επιστημονική ακρίβεια, αμεσότητα και νομική πληρότητα το μέγεθος της ναζιστικής θηριωδίας στην Κρήτη, διασώζοντας τη μνήμη των θυμάτων και την αλήθεια των γεγονότων. Η έκθεση αποτελεί μέχρι σήμερα ένα από τα ισχυρότερα θεσμικά και ιστορικά ντοκουμέντα για τη θεμελίωση των ελληνικών αξιώσεων σχετικά με τις γερμανικές πολεμικές επανορθώσεις.

Ωστόσο το υλικό «θάφτηκε» στα κρατικά αρχεία για δεκαετίες λόγω των μεταπολεμικών γεωπολιτικών ισορροπιών και του Ψυχρού Πολέμου. Αυτό αναδεικνύει τη σύγκρουση μεταξύ της κρατικής διπλωματικής σκοπιμότητας και της ηθικής υποχρέωσης απέναντι στην ιστορική μνήμη.

Η αποστολή δεν ήταν μια απλή διοικητική υποχρέωση για τον Καζαντζάκη, αλλά μια βαθιά υπαρξιακή και βιωματική εμπειρία. Η επαφή με τη βία, την καταστροφή, αλλά και το αλύγιστο φρόνημα των συμπατριωτών του μετέτρεψαν την ιδεολογική του αντίληψη για τον πόνο σε ζωντανή εμπειρία. Η εμπειρία αυτή λειτούργησε ως η κινητήριος δύναμη για τη μεταπολεμική λογοτεχνική του δημιουργία (με κορυφαίο παράδειγμα τον «Καπετάν Μιχάλη»).

Η συμμετοχή του Καζαντζάκη στην επιτροπή συμπυκνώνει τη συνάντηση της διανόησης με την αληθινή ιστορία, προσφέροντας ένα κείμενο που είναι ταυτόχρονα ιστορικό ντοκουμέντο, πολιτικό πειστήριο και μνημείο λόγου. Αναγκαίο, επίκαιρο μέχρι σήμερα που η άρνηση της Γερμανίας και η σιωπή της Ελλάδας για την επανόρθωση, την αποκατάσταση, την αποζημίωση και τη δικαιοσύνη συνιστά ύβρη για τα θύματα…

• Από την εισήγηση στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο για τον Νίκο Καζαντζάκη. Ηράκλειο, Κρήτη, Οκτώβριος 2026.

*Διδάκτωρ Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών