Η 13η ημέρα του πολέμου βρίσκει τη Μέση Ανατολή, με τον Περσικό Κόλπο να μετατρέπεται σε ένα απέραντο πεδίο μάχης και την παγκόσμια οικονομία να δέχεται το ένα πλήγμα μετά το άλλο.
Οι Φρουροί της Επανάστασης, υλοποιώντας τις απειλές της Τεχεράνης, στοχεύουν στρατηγικά τη ναυσιπλοΐα, με έξι πλοία να δέχονται επιθέσεις μέσα σε μόλις 48 ώρες. Ανάμεσά τους και το ελληνόκτητο τάνκερ «Zefyros». Η τιμή του πετρελαίου, παρά την ιστορική αποδέσμευση 400 εκατομμυρίων βαρελιών από τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, εκτινάχθηκε πάνω από τα 100 δολάρια, καθώς ο φόβος για ολοκληρωτικό ενεργειακό στραγγαλισμό κυριαρχεί.
Την ίδια ώρα, το Ισραήλ κλιμακώνει την επιθετική του ρητορική, απευθύνοντας τελεσίγραφο στη Βηρυτό, αν ο Λίβανος δεν ελέγξει τη Χεζμπολάχ, τότε «θα το καταλάβουμε και θα το κάνουμε εμείς οι ίδιοι». Η ανακοίνωση των IDF ότι έπληξαν «βασική εγκατάσταση» που συνδέεται με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν ρίχνει λάδι στη φωτιά, με την Τεχεράνη να απαντά πως οποιαδήποτε χερσαία απόπειρα στα νησιά της θα επιφέρει άγρια αντίποινα. Στο διπλωματικό πεδίο, ο Ντόναλντ Τραμπ συνεχίζει να προκαλεί με την κυνική διαπίστωση πως οι στρατιωτικές επιχειρήσεις «αποδείχθηκαν ευκολότερες απ’ ό,τι νομίζαμε», καλώντας τις ΗΠΑ να «τελειώσουν τη δουλειά», την ώρα που το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ καταδικάζει ομόφωνα τις ιρανικές επιθέσεις.
Το σύνθημα της οριστικής ρήξης έδωσε ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, ο οποίος διεμήνυσε πως το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ θα συνεχιστεί ως εργαλείο πίεσης.
Ο Χαμενεΐ απαίτησε το άμεσο κλείσιμο όλων των αμερικανικών βάσεων στην περιοχή, προειδοποιώντας πως «θα δεχθούν επιθέσεις» και σημειώνοντας ότι οι επιχειρήσεις αυτές «θα συνεχιστούν αναπόφευκτα». Καταλήγοντας, ο Ιρανός ηγέτης τόνισε πως «το έγκλημα κατά της ανθρωπότητας και κατά των παιδιών… δεν θα μείνει ατιμώρητο».


