Η ψηφοφορία επί της πρότασης δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης του Ίλιε Μπολοζάν στη Ρουμανία είναι μια κρίσιμη δοκιμασία για τη συνοχή και τη στρατηγική κατεύθυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η κατάρρευση του κυβερνητικού συνασπισμού μετά την αποχώρηση των Σοσιαλδημοκρατών (PSD) έχει φέρει το Βουκουρέστι στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής ανησυχίας, για τρεις θεμελιώδεις λόγους:
Το «ρήγμα» στο φιλοευρωπαϊκό μέτωπο
Η κυβέρνηση μειοψηφίας του Μπολοζάν θεωρείται βασικός πυλώνας της δημοσιονομικής πειθαρχίας και των μεταρρυθμίσεων στη δημόσια διοίκηση. Ενδεχόμενη πτώση της θα μπορούσε να διακόψει την πορεία εκσυγχρονισμού που υποστηρίζουν οι Βρυξέλλες, αφήνοντας τη χώρα σε μια παρατεταμένη περίοδο αστάθειας ή οδηγώντας σε πιο συγκρουσιακές σχέσεις με την ΕΕ.
Το πολιτικό «ταμπού» της συνεργασίας με την Ακροδεξιά
Η απόφαση του PSD να συμπράξει με την εθνικιστική και ευρωσκεπτικιστική Συμμαχία για την Ένωση των Ρουμάνων (AUR) προκειμένου να ρίξει την κυβέρνηση, προκαλεί τριγμούς. Η συνεργασία ενός mainstream κόμματος με μια δύναμη της σκληρής δεξιάς δημιουργεί ένα επικίνδυνο πολιτικό προηγούμενο σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενισχύοντας τις φωνές που επιδιώκουν την αποδυνάμωση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Διακύβευμα δισεκατομμυρίων
Η πολιτική κρίση έχει ήδη άμεσο αντίκτυπο στην οικονομία, με το ρουμανικό λέου να δέχεται πιέσεις και το κόστος δανεισμού να αυξάνεται. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι βρίσκονται στον «αέρα» ευρωπαϊκά κονδύλια που ξεπερνούν τα 10 δισ. ευρώ. Η εκταμίευσή τους είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και την επίτευξη δημοσιονομικών στόχων, οι οποίοι κινδυνεύουν να μείνουν στα χαρτιά σε περίπτωση κυβερνητικής πτώσης.
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση,η Ρουμανία πρέπει να παραμείνει ένας σταθερός εταίρος. Οποιαδήποτε παρέκκλιση από αυτή την τροχιά θα σήμαινε μια νέα εστία κρίσης στα ανατολικά σύνορα της ΕΕ, σε μια χρονική συγκυρία που η ανάγκη για ενότητα είναι πιο επιτακτική από ποτέ.




