Σύμφωνα με νέα επιστημονικά δεδομένα, η παραδοσιακή συμβουλή που εστιάζει αποκλειστικά στο τι τρώμε ή στις θερμίδες που καταναλώνουμε φαίνεται πως παραλείπει έναν καθοριστικό παράγοντα: τον χρόνο. Μια νέα μετα-ανάλυση, η οποία εξέτασε 41 τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες με τη συμμετοχή περίπου 2.200 ατόμων, υποστηρίζει ότι η ρύθμιση της ώρας των γευμάτων μπορεί να αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα για την καλή υγεία.
Η έρευνα εξέτασε τον αντίκτυπο της χρονικά περιορισμένης διατροφής, χωρίζοντας τα γεύματα σε τρεις κατηγορίες:
Πρόωρη διατροφή: Το τελευταίο γεύμα ολοκληρώνεται πριν από τις 17:00.
Ενδιάμεση διατροφή: Το γεύμα τελειώνει μεταξύ 17:00 και 19:00.
Όψιμη διατροφή: Το γεύμα ολοκληρώνεται μετά τις 19:00.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι ολοκλήρωναν το φαγητό τους νωρίς το βράδυ (πριν από τις 17:00 ή τις 19:00) παρουσίασαν σημαντική βελτίωση στο σωματικό βάρος, στον δείκτη μάζας σώματος (BMI), στο ποσοστό σωματικού λίπους και στην περίμετρο μέσης. Επιπλέον, καταγράφηκαν καλύτεροι δείκτες στην αρτηριακή πίεση και σε μεταβολικούς δείκτες, όπως η γλυκόζη και η ινσουλίνη.
Το εντυπωσιακό εύρημα είναι ότι τα οφέλη αυτά παρατηρήθηκαν ακόμη και χωρίς μείωση των συνολικών θερμίδων. Οι επιστήμονες εξηγούν ότι ο ανθρώπινος οργανισμός διαχειρίζεται καλύτερα τα σάκχαρα κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Η έκκριση της ινσουλίνης είναι υψηλότερη μεταξύ 12:00 και 18:00, ενώ μειώνεται σημαντικά κατά τη διάρκεια του ύπνου.
Το ίδιο ακριβώς γεύμα προκαλεί μεγαλύτερη αύξηση του σακχάρου στο αίμα αν καταναλωθεί το βράδυ σε σύγκριση με το πρωί.
Παρά τα σαφή οφέλη, η εφαρμογή ενός τέτοιου προγράμματος (δείπνο πριν από τις 17:00 ή 19:00) είναι συχνά δύσκολη λόγω των κοινωνικών υποχρεώσεων και της δομής της σύγχρονης ζωής. Ωστόσο, η βασική συμβουλή των ειδικών είναι απλή: αν πρόκειται να καταναλώσετε κάτι ανθυγιεινό ή πλούσιο σε θερμίδες, είναι προτιμότερο να το κάνετε νωρίτερα μέσα στην ημέρα, όταν ο οργανισμός είναι καλύτερα «προετοιμασμένος» να το διαχειριστεί.




