Για πολλούς πολίτες η κάθοδος του πρώην πρωθυπουργού δεν αποτελεί προσωπική φιλοδοξία, αλλά αναγκαία πολιτική παρέμβαση σε μια περίοδο όπου το πολιτικό σύστημα δείχνει να αναζητά μια ελεγχόμενη ισορροπία
Η πολιτική σκηνή στην Ελλάδα εισέρχεται σε μία περίοδο έντονης ρευστότητας, όπου οι ισορροπίες μοιάζουν σταθερές μόνο επιφανειακά.
- Του Απόστολου Αποστόλου
Η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη εξακολουθεί να διατηρεί σημαντική απόσταση από το δεύτερο κόμμα, ωστόσο κάτω από αυτή την εικόνα κυριαρχίας αναπτύσσονται υπόγειες διεργασίες που αφορούν το μέλλον του πολιτικού συστήματος.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η παρουσία του Αντώνη Σαμαρά στις επόμενες εκλογές δεν θα αποτελούσε απλώς ακόμη μία πολιτική υποψηφιότητα, αλλά θα λειτουργούσε ως καταλύτης αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού.
Ο πρώην πρωθυπουργός διαθέτει ένα χαρακτηριστικό που σπανίζει στη σημερινή πολιτική εποχή δηλαδή, μια σαφή ιδεολογική ταυτότητα. Είτε κάποιος συμφωνεί είτε διαφωνεί μαζί του, ο Αντώνης Σαμαράς εκπροσωπεί ένα συγκεκριμένο πολιτικό ρεύμα με πατριωτικά, λαϊκά και συντηρητικά χαρακτηριστικά, το οποίο αισθάνεται σήμερα πολιτικά άστεγο. Η ύπαρξη αυτού του χώρου είναι υπαρκτή και δεν καλύπτεται πλήρως από τη σημερινή κυβερνητική έκφραση της Ν.Δ.
Την ίδια στιγμή, το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη δείχνει να αντιμετωπίζει μια διαρκή εσωτερική και εξωτερική πίεση. Παρά τις αποφάσεις και τις δεσμεύσεις του συνεδρίου του περί μη συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία, δεν λείπουν οι φωνές στελεχών που αφήνουν ανοιχτά παράθυρα μελλοντικών συγκλίσεων. Παράλληλα, ένα μέρος των ισχυρών μιντιακών κέντρων φαίνεται να αντιμετωπίζει τον Ανδρουλάκη περισσότερο ως μεταβατική λύση παρά ως σταθερό ηγέτη της Κεντροαριστεράς. Αυτή η αμφισβήτηση δημιουργεί ένα κενό εκπροσώπησης και αξιοπιστίας.
Στο παραπάνω πολιτικό κλίμα βρίσκεται και το κόμμα ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα ο οποίος διεκδικεί ρόλο πιθανού παράγοντα ανασύνθεσης του κατεστημένου πολιτικού συστήματος. Ο Αλέξης Τσίπρας δείχνει ότι επιδιώκει να λειτουργήσει ως κεντρικός πόλος του αντιδεξιού χώρου, αλλά με χαλαρές και θολές πατριωτικές κορώνες που θα χρησιμοποιηθούν ως δόλωμα για ψηφοφόρους του Κέντρου.
Αναμφισβήτητα όμως το κόμμα ΕΛΑΣ αποτελεί ένα κόμμα «γενετικού χειμερισμού», δηλαδή, ένα κόμμα πανσπερμίας με πολιτικά ρέλια. Και ορθώς στο ΠΑΣΟΚ αρκετοί αντιμετωπίζουν με καχυποψία αυτή την προοπτική, περιγράφοντας το εγχείρημα της ΕΛΑΣ ως «ένα αριστερό εστιατόριο με δεξιά κουζίνα», δηλαδή μια πολιτική κατασκευή που θα χρησιμοποιήσει αριστερή ρητορική για να εξυπηρετήσει τελικά πιο συστημικές ισορροπίες.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η σημασία μιας ενδεχόμενης καθόδου του Αντώνη Σαμαρά. Ενα κόμμα υπό την ηγεσία του θα μπορούσε να ανατρέψει τον σχεδιασμό ενός πολιτικού μοντέλου που επιθυμεί μια ελεγχόμενη εναλλαγή δυνάμεων χωρίς ουσιαστική διαφοροποίηση πολιτικής γραμμής. Σύμφωνα με αυτή την ανάλυση, ο στόχος συγκεκριμένων οικονομικών και μιντιακών κέντρων είναι η διατήρηση της Ν.Δ. ως κυρίαρχης δύναμης, η ενίσχυση παντί τρόπω του Αλέξη Τσίπρα ως δεύτερου πόλου και η σταδιακή αποδυνάμωση του ΠΑΣΟΚ μέσω εσωτερικής αμφισβήτησης του Ανδρουλάκη.
Ενα κόμμα Σαμαρά θα χαλούσε αυτή την εξίσωση. Θα απορροφούσε ένα σημαντικό μέρος των δεξιών και πατριωτικών ψηφοφόρων που σήμερα είτε απέχουν είτε ψηφίζουν με δυσφορία. Θα δημιουργούσε έναν νέο πόλο πίεσης προς τη Ν.Δ. και θα υποχρέωνε συνολικά το πολιτικό σύστημα να εγκαταλείψει τη βολική λογική της «ομοιοπολιτικής», όπου οι μεγάλες διαφορές περιορίζονται κυρίως στη διαχείριση της εξουσίας και όχι στις ουσιαστικές πολιτικές επιλογές.
Πέρα όμως από τα εκλογικά ποσοστά, η παρουσία του Αντώνη Σαμαρά θα επανέφερε στον δημόσιο διάλογο ζητήματα εθνικής κυριαρχίας, μεταναστευτικής πολιτικής, σχέσεων με την Ευρώπη και παραγωγικής ανασυγκρότησης, τα οποία σήμερα συχνά αντιμετωπίζονται είτε επικοινωνιακά είτε τεχνοκρατικά. Θα εξέφραζε μια κοινωνική βάση που θεωρεί ότι δεν εκπροσωπείται αυθεντικά από το υπάρχον πολιτικό φάσμα.
Η πολιτική δεν λειτουργεί ποτέ σε κενό. Οταν ένα υπαρκτό κοινωνικό και ιδεολογικό ρεύμα μένει χωρίς έκφραση, αργά ή γρήγορα εμφανίζονται ακραίες ή ελεγχόμενες εναλλακτικές για να το καλύψουν. Γι’ αυτό, για πολλούς πολίτες η κάθοδος του Αντώνη Σαμαρά δεν αποτελεί προσωπική φιλοδοξία ενός πρώην πρωθυπουργού, αλλά αναγκαία πολιτική παρέμβαση σε μια περίοδο όπου το πολιτικό σύστημα δείχνει να αναζητά μια νέα, αλλά απολύτως ελεγχόμενη ισορροπία.
*Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας

