Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΕΣΦΑ, η Ελλάδα εισήγαγε 78,88 TWh φυσικού αερίου το 2025. Οι ΗΠΑ ήταν ο μεγαλύτερος προμηθευτής, παρέχοντας το 33,7% των συνολικών εισαγωγών, ενώ ακολούθησε το Αζερμπαϊτζάν με το 14,1% μέσω του αγωγού TAP. Επιπλέον, 36,96 TWh (46,8%) μεταφέρθηκαν στη χώρα μέσω του αγωγού Σιδηροκάστρου – Βουλγαρίας, για τον οποίο ο ΔΕΣΦΑ καταγράφει το σημείο εισόδου αλλά όχι την προέλευση των ποσοτήτων.
- Του Εμμανουήλ Μπέζα
Ωστόσο, ανάλυση του The Green Tank, βασισμένη σε στοιχεία του ΔΕΣΦΑ και στις περιφερειακές ροές μεταφοράς φυσικού αερίου, καταδεικνύει ότι σημαντικό μέρος των ποσοτήτων που εισήλθαν από το Σιδηρόκαστρο αποτέλεσαν ρωσικό φυσικό αέριο μέσω του αγωγού TurkStream. Σύμφωνα με το GasWatch, οι εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου ανήλθαν περίπου στο 38,6% των συνολικών ελληνικών εισαγωγών. Συνεπώς, το ρωσικό φυσικό αέριο εξακολουθεί να αποτελεί βασικό στοιχείο του ενεργειακού μείγματος της χώρας.
Το γεγονός αυτό καθιστά τη λήξη της μακροχρόνιας σύμβασης προμήθειας φυσικού αερίου μεταξύ της ΔΕΠΑ Εμπορίας και της Gazprom Export, στο τέλος του 2026, ένα από τα σημαντικότερα ενεργειακά ζητήματα που καλείται να αντιμετωπίσει η Ελλάδα. Η χώρα μας συνέχισε να εισάγει ρωσικό φυσικό αέριο καθ’ όλη τη διάρκεια του 2025 στο πλαίσιο της συγκεκριμένης μακροχρόνιας σύμβασης, μιας από τις ελάχιστες ρωσικού φυσικού αερίου που παραμένουν σε ισχύ εντός της Ε.Ε. Οι παραδόσεις πραγματοποιούνται κυρίως μέσω του διαδρόμου TurkStream Balkan Stream, με σημείο εισόδου το Σιδηρόκαστρο. Η σύμβαση εκπνέει σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ενωση προωθεί την πλήρη απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο έως το 2027.
Τι ακολουθεί;
Δύο βασικές εκδοχές διαγράφονται για την επόμενη ημέρα:
1. Η πρώτη είναι η μη ανανέωση της σύμβασης με την Gazprom, με τις ρωσικές ποσότητες να αντικαθίστανται σταδιακά από εισαγωγές LNG και εναλλακτικές πηγές αγωγών. Μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν απολύτως συμβατή με τον στόχο της Ε.Ε.
2. Η δεύτερη είναι μια μεταβατική ρύθμιση, η οποία δεν θα ακυρώνει αλλά θα μεταθέτει χρονικά την απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο.
Στο πλαίσιο αυτό, ποσότητες θα μπορούσαν να συνεχίσουν να εισάγονται για ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα, προκειμένου η Ελλάδα και η ευρωπαϊκή αγορά να προσαρμοστούν ομαλά στις εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού. Σε κάθε περίπτωση, οι ποσότητες που θα αντικαταστήσουν το ρωσικό φυσικό αέριο είναι πιθανό να προέλθουν κυρίως από εισαγωγές LNG, ιδιαίτερα από τις ΗΠΑ και άλλους διεθνείς προμηθευτές, καθώς και από εναλλακτικές πηγές αγωγών, όπως από το Αζερμπαϊτζάν. Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι αν η Ελλάδα μπορεί να αντικαταστήσει το ρωσικό φυσικό αέριο. Τεχνικά, μπορεί. Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς αυτή η αντικατάσταση θα επηρεάσει το κόστος, την ανταγωνιστικότητα και την ασφάλεια εφοδιασμού.
Οικονομικές συνέπειες
Εάν το ρωσικό φυσικό αέριο αντικατασταθεί κυρίως από LNG, το συνολικό κόστος προμήθειας ενδέχεται να αυξηθεί. Σε αντίθεση με το φυσικό αέριο που μεταφέρεται μέσω αγωγών, το LNG απαιτεί υγροποίηση, μεταφορά και επαναεριοποίηση πριν φτάσει στον τελικό καταναλωτή. Παρότι οι διεθνείς αγορές LNG έχουν γίνει πιο ανταγωνιστικές τα τελευταία χρόνια, εξακολουθούν να επηρεάζονται από τη μεταβλητότητα των διεθνών αγορών και τον ανταγωνισμό με τους αγοραστές από την Ασία.
Η αύξηση των εισαγωγών μη ρωσικού φυσικού αερίου μέσω αγωγών θα μπορούσε να περιορίσει μέρος αυτής της επιβάρυνσης. Το Αζερμπαϊτζάν, μέσω του TAP, αποτελεί τη σημαντικότερη εναλλακτική πηγή εφοδιασμού για την Ελλάδα. Ωστόσο, οι διαθέσιμες ποσότητες δεν επαρκούν για να καλύψουν το σύνολο της αυξανόμενης ευρωπαϊκής ζήτησης για μη ρωσικό φυσικό αέριο. Η συνέχιση της πρόσβασης σε ρωσικό φυσικό αέριο μέσω αγωγών παραμένει η οικονομικότερη διαθέσιμη επιλογή. Αυτό εξηγεί γιατί χώρες όπως η Ουγγαρία και η Σλοβακία εξακολουθούν να υποστηρίζουν τη διατήρηση των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου.
Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στην αγορά φυσικού αερίου. Το φυσικό αέριο εξακολουθεί να αποτελεί καύσιμο κρίσιμης σημασίας για την ηλεκτροπαραγωγή στην Ελλάδα και συχνά καθορίζει την οριακή τιμή στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Ως εκ τούτου, η αύξηση του κόστους προμήθειας φυσικού αερίου θα μεταφραστεί σε υψηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Οι συνέπειες ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα σημαντικές και για τη βιομηχανία. Οι ενεργοβόροι κλάδοι δραστηριοποιούνται σε ιδιαίτερα ανταγωνιστικά διεθνή περιβάλλοντα και συχνά λειτουργούν με περιορισμένα περιθώρια κέρδους. Ακόμη και μικρές αυξήσεις στο ενεργειακό κόστος μπορούν να επηρεάσουν επενδυτικές αποφάσεις, το κόστος παραγωγής και τη συνολική ανταγωνιστικότητα. Τελικά, η πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι απλώς η αντικατάσταση ενός προμηθευτή από έναν άλλο. Είναι η διασφάλιση ότι το ενεργειακό μείγμα μετά το 2026 θα συνεχίσει να παρέχει το ίδιο επίπεδο ασφάλειας εφοδιασμού με βιώσιμο κόστος.
Επόμενες κινήσεις
Μια ρεαλιστική ελληνική στρατηγική θα ήταν να αντιμετωπιστεί το ζήτημα όχι ως θέμα ρωσικού φυσικού αερίου, αλλά ως ζήτημα ανταγωνιστικότητας και διασφάλισης τροφοδοσίας. Η Αθήνα θα μπορούσε να προωθήσει μια «Πρωτοβουλία για την Ενέργεια και την Ανταγωνιστικότητα» με τη συμμετοχή της Ελλάδας, της Βουλγαρίας, της Ουγγαρίας και της Σλοβακίας, καθώς και εκπροσώπων της βιομηχανίας. Στόχος θα ήταν η αξιολόγηση των οικονομικών συνεπειών της κατάργησης των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου και η διαμόρφωση κοινών προτάσεων για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας.
Παράλληλα, θα μπορούσαν να ξεκινήσουν διαβουλεύσεις με την Ιταλία και την Ισπανία για τη διαμόρφωση μιας ευρύτερης συμμαχίας με επίκεντρο το ενεργειακό κόστος και τη βιομηχανική πολιτική. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα θα μπορούσε να επιδιώξει περιορισμένη παράταση της σύμβασης ΔΕΠΑ Εμπορίας – Gazprom για έως δύο έτη μετά τη λήξη της. Μια τέτοια επιλογή θα ήταν πολιτικά ευκολότερο να υποστηριχθεί από μια μακροχρόνια ανανέωση, καθώς δεν θα αναιρούσε την ευρωπαϊκή πολιτική αλλά θα παρείχε μια προσωρινή μεταβατική περίοδο.
Τελικά, η συζήτηση για τη σύμβαση ΔΕΠΑ Εμπορίας – Gazprom αφορά τη μελλοντική διάρθρωση του κόστους της ελληνικής οικονομίας. Η Ελλάδα μπορεί να αντικαταστήσει το ρωσικό φυσικό αέριο. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτή η αντικατάσταση θα διατηρήσει την ανταγωνιστικότητα, τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και την ασφάλεια εφοδιασμού. Η πρόκληση δεν είναι η διαφοροποίηση αυτή καθαυτή, αλλά η επίτευξή της χωρίς να υπονομευθεί η ανθεκτικότητα των νοικοκυριών, της βιομηχανίας και της οικονομίας συνολικά.

