Σοβαρά ερωτήματα για την πορεία των εργασιών προστασίας και αποκατάστασης της ιστορικής εκκλησίας της Αγίας Μαρίνας στον Κισσό Πηλίου θέτει μέσω της «δημοκρατίας» ο επί 27 χρόνια εφημέριος του ναού, π. Μιχαήλ Μιχάλαρος, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου για ένα από τα σημαντικότερα μεταβυζαντινά μνημεία της περιοχής.
Ο ναός, που χρονολογείται από το 1650 και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής της περιόδου της Τουρκοκρατίας, αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια προβλήματα που απειλούν τον πολύτιμο διάκοσμό του. Ωστόσο, ο π. Μιχαήλ σπεύδει να ξεκαθαρίσει ότι το μεγαλύτερο ζήτημα δεν είναι η στατική επάρκεια του κτιρίου, αλλά η διάσωση των μοναδικών οροφογραφιών του.
«Δεν πρόκειται να καταρρεύσει ο ιερός ναός, αλλά, αν χαθούν οι οροφογραφίες, ποια η αξία;» δηλώνει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί εξαιτίας των φθορών στη σχιστολιθική στέγη. Οπως εξηγεί, τα νερά της βροχής διεισδύουν πλέον στο εσωτερικό, καταστρέφοντας σταδιακά την ξυλοκατασκευή και προκαλώντας ανεπανόρθωτες ζημιές στις ιστορικές οροφογραφίες.

Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίζεται για τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάστηκε η προστασία του μνημείου. Υποστηρίζει ότι η μελέτη του στεγάστρου αποδείχθηκε ανεφάρμοστη στην πράξη, καθώς δεν έλαβε υπόψη τις πραγματικές συνθήκες του χώρου. «Τόσο μεγάλος γερανός δεν είναι σίγουρο ότι μπορεί να περάσει από τον δρόμο. Η δυσκολία αυτή δείχνει ότι ο σχεδιαστής του στεγάστρου δεν έχει εικόνα του χώρου» σημειώνει, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ο σχεδιασμός έγινε χωρίς επαρκή αυτοψία. «Πιθανώς σχεδιάστηκε από Google Earth» σχολιάζει με νόημα.

Παρατηρούνται καθυστερήσεις
Παράλληλα, εκφράζει την απογοήτευσή του για τις καθυστερήσεις που παρατηρούνται, παρότι το έργο έχει ενταχθεί διαδοχικά στα προγράμματα ΕΣΠΑ από το 2016 μέχρι σήμερα. «Ας διαφοροποιηθεί ο σχεδιασμός του στεγάστρου ή ας βρουν τρόπο παρέμβασης» ζητεί, καλώντας τις αρμόδιες υπηρεσίες να προχωρήσουν επιτέλους σε ουσιαστικές λύσεις. Ανάλογη είναι η εικόνα και στο ιερό του ναού, όπου αποκαλύφθηκαν τοιχογραφίες του 17ου αιώνα. Σύμφωνα με τον εφημέριο, οι εργασίες σταμάτησαν πριν από δυόμισι χρόνια και έκτοτε ο χώρος παραμένει ημιτελής.

Μάλιστα, όπως αποκαλύπτει, ενημερώθηκε πρόσφατα ότι κλιμάκιο του υπουργείου Πολιτισμού προτίθεται να μεταβεί τον Οκτώβριο στον Κισσό προκειμένου να παραλάβει υλικά που είχαν αγοραστεί για τη συνέχιση του έργου και να τα διαθέσει αλλού. Στο σημείο αυτό ο π. Μιχαήλ απευθύνει ευθέως ερωτήματα προς τους αρμοδίους, τα οποία παραμένουν αναπάντητα: «Ολα αυτά που γκρεμίσατε ποιος θα τα αποκαταστήσει;» διερωτάται, αναφερόμενος στα τμήματα που αφαιρέθηκαν κατά τη διαδικασία αποκάλυψης των τοιχογραφιών. Και συνεχίζει με ακόμη πιο συγκεκριμένο ερώτημα: «Οταν μιλάτε για συμμάζεμα του χώρου, εννοείτε απλώς μια τακτοποίηση ή εννοείτε πλήρη αποκατάσταση;».
Ερωτήματα που, όπως τονίζει, δεν αφορούν μόνο την τοπική κοινωνία του Κισσού, αλλά συνολικά την προστασία ενός μνημείου με ιστορική, πολιτιστική και εκκλησιαστική αξία αιώνων. «Είδομεν» καταλήγει με εμφανή πικρία ο εφημέριος, περιμένοντας απαντήσεις και κυρίως πράξεις πριν οι φθορές καταστούν μη αναστρέψιμες.
