Η δημόσια συζήτηση γύρω από τις επενδύσεις στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις της Πάφου και του Μαρί, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, έχει αναδείξει σημαντικές παρανοήσεις τόσο για τον τρόπο λειτουργίας του ευρωπαϊκού μηχανισμού SAFE όσο και για τον πραγματικό χαρακτήρα των προτεινόμενων έργων.
Συχνά προβάλλεται η εικόνα ότι οι υποδομές αυτές σχεδιάζονται κυρίως για ανθρωπιστικές αποστολές και επιχειρήσεις απομάκρυνσης αμάχων στην Ανατολική Μεσόγειο.
Tου Δρος Άριστου Αριστοτέλους*
Ωστόσο, τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν ότι η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη και συνδέεται με ευρύτερες γεωστρατηγικές εξελίξεις, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα τόσο την ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας όσο και το ίδιο το Κυπριακό.
Η ανθρωπιστική ρητορική και η πραγματική φύση των έργων
Κατ’ αρχάς, τα έργα στις δύο βάσεις δεν κατόρθωσαν να εξασφαλίσουν ευνοϊκή αποδοχή για χρηματοδότηση μέσω SAFE. Ο μηχανισμός αυτός έχει σχεδιαστεί πρωτίστως για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανικής βάσης, την ανάπτυξη εξοπλιστικών δυνατοτήτων και τεχνολογικών προγραμμάτων, όχι για μεγάλες στρατιωτικές υποδομές, που παραπέμπουν σε δυνατότητες προβολής ισχύος.
Η επίσημη ρητορική παρουσιάζει τις επενδύσεις στην αεροπορική βάση «Ανδρέας Παπανδρέου» και στη ναυτική βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» ως έργα ανθρωπιστικής υποστήριξης και διευκόλυνσης φίλων χωρών σε περιόδους κρίσεων. Αναμφίβολα, η γεωγραφική θέση της Κύπρου επιτρέπει έναν τέτοιο ρόλο.
Ωστόσο, η φύση και η κλίμακα των έργων υπερβαίνουν αισθητά τις ανάγκες μιας αμιγώς ανθρωπιστικής αποστολής. Στην Πάφο προωθούνται επεκτάσεις διαδρόμων και νέες εγκαταστάσεις, ικανές να εξυπηρετούν μεγάλα στρατιωτικά μεταγωγικά αεροσκάφη των ΗΠΑ, μαζί με αναβαθμίσεις σε καύσιμα, συντήρηση, επικοινωνίες και συστήματα διοίκησης. Σε ένα ακραίο σενάριο –αν και αυτός δεν είναι ο επίσημος σκοπός– οι υποδομές αυτές θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ακόμη και από μαχητικά ή βομβαρδιστικά αεροσκάφη.
Αντίστοιχα, στο Μαρί σχεδιάζονται έργα εκβάθυνσης, νέες προβλήτες και δυνατότητες υποστήριξης μεγαλύτερων πολεμικών μονάδων επιφανείας, φρεγατών ή ακόμη και υποβρυχίων από την Γαλλία, άλλους Ευρωπαίους εταίρους ή και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Με αυστηρά στρατιωτικά και τεχνικά κριτήρια, τέτοιες υποδομές παραπέμπουν περισσότερο σε αναβάθμιση της επιχειρησιακής παρουσίας δυτικών δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο, παρά αποκλειστικά σε ανθρωπιστικές ανάγκες. Άλλωστε, η Κυπριακή Δημοκρατία είχε ήδη εξυπηρετήσει αποστολές εκκένωσης αμάχων χωρίς να διαθέτει εγκαταστάσεις τέτοιας κλίμακας.
Η νέα γεωστρατηγική πραγματικότητα της Ανατολικής Μεσογείου
Η Ανατολική Μεσόγειος εισέρχεται σε μία νέα περίοδο γεωπολιτικής αναδιάταξης. Ο πόλεμος στη Συρία, την Ουκρανία και τη Γάζα, η αστάθεια στον Λίβανο και οι εχθροπραξίες στο Ιράν, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή, η αυξανόμενη σημασία ενεργειακών και θαλάσσιων διαδρόμων, αλλά και η στρατηγική επανατοποθέτηση της Δύσης από την Ευρώπη μέχρι τον Ινδο-Ειρηνικό, αυξάνουν τη σημασία περιοχών που μπορούν να λειτουργήσουν ως κόμβοι στρατιωτικής υποστήριξης, μεταφορών και επιχειρησιακής ευελιξίας.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Κύπρος αναβαθμίζεται σταδιακά, όχι πλέον απλώς ως χώρος διευκολύνσεων, αλλά ως κρίσιμος κρίκος της δυτικής και ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο. Από τη σκοπιά της Λευκωσίας, αυτό δεν θεωρείται κατ’ ανάγκην αρνητικό, αλλά θετικό. Μικρά κράτη συχνά επιδιώκουν να αυξήσουν τη στρατηγική τους αξία, μέσω συνεργασιών, με ισχυρές χώρες και συμμαχικά δίκτυα. Η ενίσχυση των σχέσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας με τις ΗΠΑ, ευρωπαϊκά κράτη και περιφερειακούς εταίρους μπορεί να δημιουργεί πολιτικά, διπλωματικά, αλλά και αποτρεπτικά οφέλη.
Ωστόσο, η ιστορική εμπειρία επιβάλλει έναν πιο ρεαλιστικό τρόπο αξιολόγησης. Οι στενές σχέσεις των ΗΠΑ τόσο με την Ελλάδα όσο και με την Τουρκία –διμερώς, αλλά και μέσω του ΝΑΤΟ– δεν απέτρεψαν την τουρκική εισβολή του 1974 ούτε τη συνεχιζόμενη κατοχή. Ούτε απέτρεψαν τις επαναλαμβανόμενες κρίσεις στο Αιγαίο ή τις σημερινές τουρκικές αναθεωρητικές διεκδικήσεις και την «Γαλάζια Πατρίδα».
Αυτό καταδεικνύει ότι οι μεγάλες δυνάμεις επιδιώκουν πρωτίστως τη διατήρηση της σταθερότητας και της συνοχής των συμμαχικών τους συστημάτων – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι στρατηγικές τους προτεραιότητες ταυτίζονται πάντοτε με τα συμφέροντα μικρότερων κρατών.
Οι νέες εξαρτήσεις και το Κυπριακό
Καθώς η Κύπρος αποκτά αυξανόμενη σημασία μέσω νέων υποδομών και στρατιωτικών συνεργασιών, δημιουργούνται νέα γεωπολιτικά δεδομένα με δική τους δυναμική. Στις ελεύθερες περιοχές παρατηρείται βαθύτερη ενσωμάτωση της Κυπριακής Δημοκρατίας σε δυτικά και περιφερειακά σχήματα ασφαλείας, όπου το Ισραήλ αποκτά ολοένα σημαντικότερο ρόλο, μέσω κοινών ασκήσεων, επιχειρησιακής συνεργασίας και συμφωνιών.
Την ίδια στιγμή, στα Κατεχόμενα η Τουρκία ενισχύει τις δικές της στρατηγικές υποδομές, όπως στο Λευκόνοικο για UAV και σε νέες ναυτικές εγκαταστάσεις. Ως αποτέλεσμα, και οι δύο πλευρές της Κύπρου ενσωματώνονται σταδιακά σε ενίοτε ανταγωνιστικά περιφερειακά συστήματα ασφαλείας, γεγονός που ενδέχεται να παγιώσει περαιτέρω τα διχοτομικά δεδομένα στο Κυπριακό.
Το ζήτημα δεν είναι ότι οι συνεργασίες της Κυπριακής Δημοκρατίας με δυτικές δυνάμεις αποτελούν από μόνες τους αιτία μη επίλυσης του Κυπριακού. Αντιθέτως, η Λευκωσία θεωρεί ότι αυτές οι συνεργασίες ενισχύουν τη διεθνή της θέση και την αποτρεπτική της αξία. Ωστόσο, όσο αυξάνεται η επιχειρησιακή σημασία της Κύπρου για τρίτους παράγοντες, τόσο ενδέχεται η διατήρηση της γεωπολιτικής σταθερότητας και των υφιστάμενων διευκολύνσεων να αποκτά μεγαλύτερη προτεραιότητα από μια λύση που θα αναδιέτασσε ουσιαστικά το status quo.
Γι’ αυτό η Λευκωσία οφείλει να διαχειρίζεται αυτές τις συνεργασίες με προσοχή, ισορροπία, στρατηγική ψυχραιμία και διπλωματική δεξιοτεχνία. Η μεγάλη πρόκληση δεν είναι απλώς να αυξήσει τη γεωστρατηγική αξία της Κύπρου, αλλά να το πράξει χωρίς να εκτίθεται σε σοβαρούς κινδύνους, χωρίς να εγκλωβιστεί σε ανταγωνισμούς τρίτων δυνάμεων, σε βάρος των προοπτικών λύσης του Κυπριακού, και χωρίς να επιτρέψει η ίδια η γεωπολιτική της αναβάθμιση να περιορίσει τη στρατηγική της αυτονομία και τον πολιτικό της έλεγχο επί των εξελίξεων.
*Πρώην βουλευτής, ειδικός σε Θέματα Άμυνας και Στρατηγικής, επί κεφαλής του ΚΚΣΜ
ΠΗΓΗ: estianews.gr
