Η αποδυνάμωση του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος CHP εξυπηρετεί τα ηγεμονικά σχέδια του Ταγίπ Ερντογάν, καθώς συντελεί στην περαιτέρω συγκέντρωση εξουσίας γύρω από το πρόσωπό του
Η Τουρκία βιώνει μία από τις βαθύτερες πολιτικές κρίσεις των τελευταίων ετών, με την αντιπολίτευση να βρίσκεται σε κατάσταση εσωτερικής αποσύνθεσης και τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να εμφανίζεται περισσότερο αποφασισμένος από ποτέ να εδραιώσει την κυριαρχία του. Οι εξελίξεις στο Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP), το ιστορικό κόμμα που ίδρυσε ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, δεν αποτελούν απλώς μια εσωκομματική διαμάχη. Συνιστούν ακόμη ένα επεισόδιο στη σταδιακή αποδυνάμωση -αλλά και αποδόμηση- των δημοκρατικών θεσμών στην Τουρκία και στην περαιτέρω συγκέντρωση εξουσίας γύρω από τον Τούρκο πρόεδρο.
Η ακύρωση από το Εφετείο της Αγκυρας του συνεδρίου του CHP του 2023, μέσω του οποίου ο Οζγκιούρ Οζέλ διαδέχθηκε τον Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου στην ηγεσία του κόμματος, προκάλεσε πολιτικό σεισμό. Η δικαστική απόφαση επανέφερε προσωρινά τον Κιλιτσντάρογλου στην ηγεσία και άνοιξε τον δρόμο για μια πρωτοφανή κρίση στο εσωτερικό της τουρκικής αντιπολίτευσης. Οι σκηνές με την αστυνομία να εισβάλλει στα κεντρικά γραφεία του CHP στην Αγκυρα, προκειμένου να απομακρύνει στελέχη της έκπτωτης ηγεσίας, ενίσχυσαν τις καταγγελίες περί «δικαστικού πραξικοπήματος».
Για την αντιπολίτευση, η υπόθεση δεν αφορά μόνο το ποιος θα ηγείται του CHP. Αφορά το κατά πόσο μπορεί ακόμη να λειτουργήσει πολιτικά ένα κόμμα απέναντι σε έναν κρατικό μηχανισμό που, όπως καταγγέλλουν στελέχη του, χρησιμοποιεί τη Δικαιοσύνη ως εργαλείο πολιτικής εξόντωσης. Ο ίδιος ο Οζέλ έκανε λόγο για «σκοτεινή ημέρα για τη δημοκρατία», ενώ ο φυλακισμένος δήμαρχος Κωνσταντινούπολης, Εκρέμ Ιμάμογλου, χαρακτήρισε τις εξελίξεις οργανωμένη προσπάθεια διάλυσης της αντιπολίτευσης.
Η χρονική συγκυρία μόνο τυχαία δεν θεωρείται. Υπό την ηγεσία Οζέλ, το CHP πέτυχε ιστορική νίκη στις δημοτικές εκλογές του 2024, επικρατώντας του κυβερνώντος AKP σε κρίσιμες μητροπολιτικές περιοχές. Για πρώτη φορά έπειτα από χρόνια η αντιπολίτευση έδειχνε ικανή να αμφισβητήσει σοβαρά την πολιτική κυριαρχία του Ερντογάν. Δημοσκοπήσεις εμφάνιζαν το CHP να πλησιάζει επικίνδυνα το κυβερνητικό στρατόπεδο, ενώ ο Ιμάμογλου εξελισσόταν στον πιο ισχυρό πιθανό αντίπαλο του Τούρκου προέδρου στις επόμενες προεδρικές εκλογές.
Ακριβώς γι’ αυτό, σύμφωνα με πολιτικούς αναλυτές, η αποδυνάμωση του CHP εξυπηρετεί άμεσα τα ηγεμονικά σχέδια του Ερντογάν. Ο Τούρκος πρόεδρος βρίσκεται στην εξουσία εδώ και περισσότερες από δύο δεκαετίες και επιδιώκει να παρατείνει περαιτέρω την παραμονή του στην κορυφή του πολιτικού συστήματος. Παρά το συνταγματικό όριο των δύο προεδρικών θητειών, εξετάζονται ήδη σενάρια είτε συνταγματικής αναθεώρησης είτε πρόωρων εκλογών που θα του επιτρέψουν να είναι εκ νέου υποψήφιος. Για να πετύχει κάτι τέτοιο, ο Ερντογάν χρειάζεται έναν κατακερματισμένο και αποδυναμωμένο αντίπαλο. Η εσωτερική σύγκρουση στο CHP λειτουργεί προς αυτή την κατεύθυνση.
Ο Κιλιτσντάρογλου, ο οποίος επί 13 χρόνια απέτυχε να κερδίσει τον Ερντογάν στις κάλπες, θεωρείται από μεγάλο μέρος της αντιπολίτευσης πολιτικά αδύναμος και χωρίς δυναμική. Η επαναφορά του στην ηγεσία δημιουργεί συνθήκες εσωστρέφειας, εσωκομματικών συγκρούσεων και απογοήτευσης στους ψηφοφόρους του CHP. Ταυτόχρονα, η τουρκική κυβέρνηση συνεχίζει την πίεση προς κορυφαία στελέχη της αντιπολίτευσης. Ο Εκρέμ Ιμάμογλου παραμένει προφυλακισμένος με βαριές κατηγορίες διαφθοράς, τις οποίες ο ίδιος απορρίπτει ως πολιτικά υποκινούμενες. Εκατοντάδες στελέχη του CHP έχουν βρεθεί αντιμέτωπα με συλλήψεις και δικαστικές διώξεις, ενώ οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων καταγγέλλουν συστηματική εργαλειοποίηση της Δικαιοσύνης.
Aυταρχικοποίηση
Η εικόνα αυτή ενισχύει τις ανησυχίες για περαιτέρω αυταρχικοποίηση της Τουρκίας. Μετά τις διαδηλώσεις του πάρκου Γκεζί το 2013 και ιδιαίτερα μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, ο Ερντογάν οικοδόμησε ένα υπερσυγκεντρωτικό προεδρικό σύστημα, περιορίζοντας δραστικά τα αντίβαρα εξουσίας. Τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης ελέγχονται πλέον άμεσα ή έμμεσα από φιλοκυβερνητικά συμφέροντα, ενώ η κοινωνία των πολιτών λειτουργεί υπό καθεστώς διαρκούς πίεσης. Ωστόσο, η πολιτική αυτή έχει και σοβαρές οικονομικές συνέπειες.
Η πρόσφατη κρίση στο CHP προκάλεσε άμεσες αναταράξεις στις αγορές, αποκαλύπτοντας πόσο εύθραυστη παραμένει η τουρκική οικονομία. Η τουρκική λίρα κατρακύλησε σε νέο ιστορικό χαμηλό, αγγίζοντας τις 45,74 λίρες ανά δολάριο, ενώ το χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης κατέγραψε πτώση άνω του 6%, οδηγώντας ακόμη και στην ενεργοποίηση μηχανισμού προσωρινής διακοπής συναλλαγών. Για να περιορίσουν τον πανικό, οι κρατικές τράπεζες και η κεντρική τράπεζα παρενέβησαν, διοχετεύοντας περίπου 6 δισεκατομμύρια δολάρια στην αγορά για τη στήριξη της λίρας.
Οι βαριές οικονομικές επιπτώσεις και η κοινωνική δυσαρέσκεια
Παρά τη μερική σταθεροποίηση, το μήνυμα που ελήφθη από τις διεθνείς αγορές ήταν σαφές: Η πολιτική αβεβαιότητα στην Τουρκία αυξάνεται και το επενδυτικό περιβάλλον γίνεται ολοένα πιο επικίνδυνο. Οι οικονομικές επιπτώσεις δεν περιορίζονται στις βραχυπρόθεσμες αντιδράσεις των αγορών. Η Τουρκία αντιμετωπίζει ήδη υψηλό πληθωρισμό, που κινείται πάνω από το 32%, ενώ η κεντρική τράπεζα αναγκάστηκε να αναθεωρήσει προς τα πάνω τον στόχο πληθωρισμού για το τέλος του έτους.
Η χώρα παραμένει εξαρτημένη από εισαγωγές ενέργειας, γεγονός που επιβαρύνει περαιτέρω την οικονομία εν μέσω γεωπολιτικών εντάσεων στην περιοχή. Οι διεθνείς επενδυτές παρακολουθούν με αυξανόμενη ανησυχία τις εξελίξεις, φοβούμενοι ότι η πολιτική αστάθεια και η διάβρωση των θεσμών θα οδηγήσουν σε νέες εκροές κεφαλαίων. Οίκοι και επενδυτικές τράπεζες προειδοποιούν ήδη ότι η συνεχιζόμενη κρίση μπορεί να εξανεμίσει την εύθραυστη εμπιστοσύνη που είχε αρχίσει να ανακτά η τουρκική οικονομία μετά την επιστροφή σε πιο ορθόδοξες νομισματικές πολιτικές.
Το ερώτημα πλέον είναι εάν η αντιπολίτευση θα καταφέρει να επιβιώσει πολιτικά και να ανασυνταχθεί ή εάν η κρίση στο CHP θα σημάνει την οριστική κυριαρχία του Ερντογάν στο τουρκικό πολιτικό σύστημα. Η κοινωνική δυσαρέσκεια για την ακρίβεια, τη φτώχεια και την υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου παραμένει ισχυρή. Ωστόσο, χωρίς μια ενωμένη και αξιόπιστη αντιπολίτευση, η δυσαρέσκεια αυτή ενδέχεται να μην μπορέσει να μετατραπεί σε πολιτική αλλαγή.
Η Τουρκία μοιάζει να εισέρχεται σε μια νέα φάση, όπου οι εκλογές ίσως συνεχίσουν να διεξάγονται τυπικά αλλά θα αποτυπώνουν τη μετάβαση από μια ελλιπή αλλά λειτουργική δημοκρατία, σε ένα σύστημα όπου ο κρατικός μηχανισμός, η Δικαιοσύνη και η πολιτική εξουσία συγκλίνουν ολοένα περισσότερο γύρω από έναν και μόνο πόλο εξουσίας: τον Ερντογάν.

