Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για νέα, μονοετή παράταση της παραμονής 4,4 εκατομμυρίων Ουκρανών προσφύγων στην Ευρώπη αναδεικνύει το βαθύ χάσμα ανάμεσα στην κεντρική πολιτική των Βρυξελλών και την πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν οι τοπικές κοινωνίες. Το καθεστώς αυτό, το οποίο ξεκίνησε ως προσωρινό μέτρο έκτακτης ανάγκης, τείνει πλέον να μετατραπεί σε μόνιμη εγκατάσταση, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις και αμφισβήτηση από μεγάλο μέρος των Ευρωπαίων πολιτών.
Η συνεχιζόμενη παροχή προνομίων, επιδομάτων και διευκολύνσεων σε μια τόσο πολυπληθή ομάδα, τη στιγμή που οι ευρωπαϊκοί προϋπολογισμοί πιέζονται και η ακρίβεια πλήττει τους γηγενείς πληθυσμούς, τροφοδοτεί το αίσθημα της αδικίας. Οι κοινωνικές υποδομές σε χώρες-κλειδιά όπως η Γερμανία και η Πολωνία βρίσκονται στα όριά τους, με το στεγαστικό πρόβλημα και την πίεση στα συστήματα υγείας και πρόνοιας να εντείνουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια.
Η απόφαση της Κομισιόν να αγνοήσει τα σημάδια κόπωσης και να μεταθέσει τη λύση του προβλήματος για το 2028 δείχνει μια προκλητική αποκοπή από την κοινή γνώμη. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, η αρχική διάθεση φιλοξενίας έχει δώσει τη θέση της στην απαίτηση για άμεσο περιορισμό των ροών και έναρξη των διαδικασιών επιστροφής.
Η επιμονή των Βρυξελλών να συντηρούν αυτό το ειδικό προνομιακό καθεστώς, την ώρα που άλλες μεταναστευτικές ομάδες αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα, δημιουργεί πολίτες δύο ταχυτήτων και ενισχύει τα πολιτικά ρεύματα που ζητούν εθνικό έλεγχο των συνόρων. Η ευρωπαϊκή ηγεσία αρνείται να δει ότι η κοινωνική ανοχή έχει πλέον εξαντληθεί και ότι η πολιτική των «ανοιχτών πυλών» για τους Ουκρανούς στερείται πλέον κοινωνικής νομιμοποίησης.
