Αμετακίνητη στη σκληρή της γραμμή παραμένει η Ουάσιγκτον όσον αφορά το ενδεχόμενο επανένταξης της Τουρκίας στο εξοπλιστικό πρόγραμμα των μαχητικών αεροσκαφών πέμπτης γενιάς F-35. Σε μια επίσημη και εξαιρετικά βαρύνουσα παρέμβαση, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ξεκαθαρίζει ότι η αμερικανική αμυντική πολιτική δεν έχει παρέκκλινει κατ’ ελάχιστον από το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, βάζοντας ουσιαστικά «στόπερ» στις επιδιώξεις της Άγκυρας.
Η θέση αυτή αποτυπώνεται σε επίσημη επιστολή που απέστειλε το Γραφείο Νομοθετικών Υποθέσεων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ προς τον Δημοκρατικό βουλευτή Γουέσλι Μπελ. Η επιστολή συντάχθηκε κατόπιν εντολής του Λευκού Οίκου, προκειμένου το υπουργείο Εξωτερικών να απαντήσει εκ μέρους του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ σε σχετικό αίτημα του Αμερικανού νομοθέτη, το οποίο έθετε στο στόχαστρο το πλέγμα των αμερικανοτουρκικών σχέσεων, την εφαρμογή των κυρώσεων CAATSA, την πορεία του προγράμματος F-35, αλλά και τις σχέσεις της Άγκυρας με τη Χαμάς.
Οι απαράβατοι όροι και το θεσμικό πλαίσιο
Το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών επισημαίνει με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ότι η πολιτική των ΗΠΑ εξακολουθεί να διέπεται αυστηρά από το άρθρο 231 του νόμου CAATSA (Νόμος για την Αντιμετώπιση των Αντιπάλων της Αμερικής Μέσω Κυρώσεων) σε συνδυασμό με το άρθρο 1245 του Νόμου περί Εξουσιοδότησης Εθνικής Άμυνας (NDAA) του 2020. Η συνδυαστική εφαρμογή της νομοθεσίας καθιστά την παράδοση των αεροσκαφών στην Τουρκία θεσμικά αδύνατη, εφόσον η τουρκική πλευρά δεν συμμορφωθεί πλήρως με τις προβλεπόμενες απαιτήσεις.
Για να εξεταστεί οποιαδήποτε μεταφορά F-35, η Άγκυρα καλείται να εκπληρώσει ένα σύνολο αυστηρών προϋποθέσεων, οι οποίες μέχρι σήμερα παραμένουν ανεκπλήρωτες. Αρχικά, απαιτείται η οριστική απομάκρυνση και ο τερματισμός της κατοχής του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400, καθώς και κάθε συναφούς εξοπλισμού που το συνοδεύει. Παράλληλα, η Τουρκία οφείλει να παράσχει πλήρεις, αξιόπιστες και δεσμευτικές εγγυήσεις ότι δεν πρόκειται να αποκτήσει ξανά το συγκεκριμένο ή ανάλογο σύστημα στο μέλλον. Επιπλέον, είναι απαραίτητο να ολοκληρωθούν όλες οι προβλεπόμενες διαδικασίες πιστοποίησης με απόλυτη διαφάνεια, όπως ορίζει ο αμερικανικός νόμος.
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ υπογραμμίζει εμφαντικά ότι οποιαδήποτε φόρμουλα ή διαδικασία επιλεγεί για την επίλυση του ζητήματος των S-400 οφείλει να είναι απόλυτα διαφανής, σύννομη και πλήρως εναρμονισμένη με τα συμφέροντα της εθνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών.
Δίαυλοι επικοινωνίας, ΝΑΤΟ και το μέτωπο της Χαμάς
Παρά τη διατήρηση των αυστηρών αυτών θεσμικών φίλτρων, το Αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών επιβεβαιώνει πως οι διπλωματικές επαφές μεταξύ των δύο πρωτευουσών παραμένουν ενεργές. Μετά και την πρόσφατη συνάντηση του προέδρου Τραμπ με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα, η Ουάσιγκτον σημειώνει ότι θα συνεχίσει να συνομιλεί με την Τουρκία για την αναζήτηση διεξόδου στο αδιέξοδο των S-400, επιδιώκοντας παράλληλα την ενίσχυση της συνεργασίας στο πλαίσιο της Συμμαχίας του ΝΑΤΟ.
Σε ό,τι αφορά τις ευρύτερες διμερείς σχέσεις, επισημαίνεται ότι αυτές εδράζονται σε κοινές ανησυχίες για την ασφάλεια και σε ισορροπημένες εμπορικές συναλλαγές. Ωστόσο, η Ουάσιγκτον διαμηνύει με σαφήνεια ότι, ενώ θα συνεχίσει να συνεργάζεται με την Τουρκία σε τομείς αμοιβαίου ενδιαφέροντος, θα απαιτεί παράλληλα πλήρη λογοδοσία κάθε φορά που οι ενέργειες της Άγκυρας υπονομεύουν τα αμερικανικά συμφέροντα.
Τέλος, στην επιστολή γίνεται ειδική αναφορά στο ακανθώδες ζήτημα της Χαμάς. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ παραδέχεται ότι οι ΗΠΑ διατηρούν σοβαρές ανησυχίες για τις σχέσεις και τις επαφές που διατηρεί η τουρκική ηγεσία με την οργάνωση. Αναγνωρίζει, πάντως, ότι η Άγκυρα αξιοποίησε τους δίαυλους επικοινωνίας που διαθέτει με την πολιτική ηγεσία της Χαμάς προκειμένου να συμβάλει στην αποδοχή της πρώτης φάσης της κατάπαυσης του πυρός, προωθώντας έτσι το ειρηνευτικό σχέδιο του Αμερικανού Προέδρου για τη Γάζα.
