Με το σύνθημα «Μαρικάρμεν παρούσα, τώρα και για πάντα», χιλιάδες άνθρωποι πλημμύρισαν τους δρόμους της Ισπανίας μετά τον θάνατο της 87χρονης γυναίκας που μέσα σε λίγες ημέρες μετατράπηκε σε σύμβολο της μάχης κατά των εξώσεων και της στεγαστικής κρίσης. Η ηλικιωμένη άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο, μία εβδομάδα μετά τη βίαιη απομάκρυνσή της από το σπίτι της Μαδρίτης όπου είχε περάσει 71 χρόνια από τη ζωή της.
Ο θάνατός της ήρθε ενώ η Ισπανία βρίσκεται ήδη σε περίοδο μεγάλης πολιτικής και κοινωνικής αναταραχής. Οι κινητοποιήσεις που είχαν ξεκινήσει μετά την έξωσή της εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα, ενώ πλέον κόμματα και οργανώσεις χρησιμοποιούν ακόμη και τον όρο «δολοφονία» για να περιγράψουν όσα προηγήθηκαν. Η κοινωνική πίεση που πυροδότησε η υπόθεση συνέπεσε με την παραίτηση της κυβέρνησης του Πέδρο Σάντσεθ και την προκήρυξη πρόωρων εκλογών για τις 29 Νοεμβρίου.
Στη Μαδρίτη, η συγκέντρωση στη μνήμη της 87χρονης μετατράπηκε σε αυθόρμητη πορεία προς το ισπανικό Κοινοβούλιο. Διαδηλωτές κατέκλυσαν κεντρικούς δρόμους της πρωτεύουσας, ενώ στην οδό Cedaceros κάθισαν στο οδόστρωμα και άναψαν κεριά στη μνήμη της.
«Δεν είναι θάνατος, είναι δολοφονία»
Η είδηση του θανάτου της προκάλεσε σφοδρές πολιτικές αντιδράσεις. Η Ιρένε Μοντέρο, υποψήφια στις προκριματικές εκλογές των Podemos για την πρωθυπουργία, έγραψε: «Δεν είναι θάνατος, είναι δολοφονία».
No es una muerte, es un asesinato.
Qué maldita rabia. Gracias por luchar, Mari Carmen https://t.co/y7RUog27fm
— Irene Montero (@IreneMontero) October 7, 2026
Σε ακόμη υψηλότερους τόνους κινήθηκε η γενική γραμματέας των Podemos, Ιόνε Μπελάρα, αποδίδοντας ευθύνες τόσο στην επενδυτική εταιρεία όσο και στο δικαστικό και διοικητικό σύστημα.
«Η Μαρικάρμεν δεν πέθανε. Δολοφονήθηκε από τους γύπες που ήθελαν να πάρουν το σπίτι της, από το δικαστικό σύστημα και από τις διοικήσεις που το επέτρεψαν», δήλωσε, προσθέτοντας: «Είθε η μνήμη της να χρησιμεύσει για να καταρρεύσει επιτέλους η αγορά κατοικίας σε αυτή τη χώρα».
Mari Carmen no ha muerto, la han asesinado los buitres que querían quedarse con su casa, la justicia y las administraciones que lo permitieron. Que su memoria sirva para que caiga de una vez el negocio de la vivienda en este país. https://t.co/r4f2XVPJJH
— Ione Belarra (@ionebelarra) October 7, 2026
Ακόμη και το Vox χρησιμοποίησε αντίστοιχη φρασεολογία, επιχειρώντας ωστόσο να στρέψει την πολιτική ευθύνη προς την κυβέρνηση Σάντσεθ. «Σκότωσαν την Maricarmen», ανέφερε σε ανακοίνωσή του, κατηγορώντας παράλληλα την κυβέρνηση για την κατάσταση στην αγορά κατοικίας.
Ο Πέδρο Σάντσεθ επέλεξε διαφορετικό τόνο, εκφράζοντας τα συλλυπητήριά του «στην οικογένεια και τους αγαπημένους» της 87χρονης. «Μια αγκαλιά και σε όλους εμάς που σήμερα νιώθουμε αυτή την απώλεια ως δική μας», ανέφερε.
Από τα 500 ευρώ στα 2.650 ευρώ
Πίσω από τις διαδηλώσεις βρίσκεται ένας δικαστικός αγώνας που διήρκεσε σχεδόν επτά χρόνια. Σύμφωνα με την El País, επενδυτική εταιρεία είχε αγοράσει πριν από έξι χρόνια το ακίνητο στο οποίο ζούσε η Μαρικάρμεν, σε μειωμένη τιμή ακριβώς επειδή το διαμέρισμα ήταν κατοικημένο. Η 87χρονη λάμβανε σύνταξη 1.400 ευρώ τον μήνα και, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί, δεν είχε σταματήσει να καταβάλλει το ενοίκιό της ούτε είχε αφήσει απλήρωτους λογαριασμούς. Οι συνολικές μηνιαίες υποχρεώσεις της για ενοίκιο και κοινή ωφέλεια ανέρχονταν περίπου στα 500 ευρώ. Στη συνέχεια, όμως, το ενοίκιο αυξήθηκε από τα 500 στα 2.650 ευρώ.
Το 2020 οι ιδιοκτήτες την ενημέρωσαν ότι έπρεπε να εγκαταλείψει το διαμέρισμα. Η θέση τους βασιζόταν στο γεγονός ότι η μίσθωση είχε ήδη μεταβιβαστεί δύο φορές, αρχικά στη μητέρα της και αργότερα στην ίδια.
Ακολούθησαν τέσσερις διαφορετικές απόπειρες έξωσης. Οι υποστηρικτές της Μαρικάρμεν υποστηρίζουν ότι απορρίφθηκαν όλες οι προτάσεις που κατατέθηκαν ώστε να βρεθεί τρόπος να παραμείνει στο σπίτι.
Η συμφωνία που ήρθε πολύ αργά
Η έξωση τελικά πραγματοποιήθηκε και η 87χρονη χρειάστηκε να νοσηλευτεί. Στο μεταξύ, οι κινητοποιήσεις πήραν τέτοιες διαστάσεις ώστε επιτεύχθηκε συμφωνία που θα της επέτρεπε να επιστρέψει στο σπίτι της με νέα σύμβαση μίσθωσης. Δεν πρόλαβε, όμως, να επιστρέψει. «Παρόλο που επιτεύχθηκε μια ιστορική συμφωνία που θα της επέτρεπε να επιστρέψει στο σπίτι της, η λύση αυτή ήρθε πολύ αργά», ανέφεραν σε κοινή δήλωση η Ένωση Ενοικιαστών, η οικογένειά της και ο δικηγόρος της.
Οι ίδιοι χαρακτήρισαν όσα ακολούθησαν την έξωση –τις μαζικές διαδηλώσεις, τους καταυλισμούς διαμαρτυρίας στις πλατείες, τις πρόωρες εκλογές και το κάλεσμα για γενική απεργία– ως «ένα πριν και ένα μετά στην ιστορία αυτής της χώρας», σημειώνοντας ωστόσο ότι «το κόστος για να φτάσουμε μέχρι εδώ ήταν πάρα πολύ υψηλό».
Τα χρόνια της δικαστικής διαμάχης είχαν συμπέσει με σημαντική επιδείνωση της κατάστασης της 87χρονης. Χρησιμοποιούσε αναπηρικό αμαξίδιο και χρειαζόταν βοήθεια στην καθημερινότητά της, ενώ τους τελευταίους μήνες είχε χάσει μυϊκή μάζα και δυσκολευόταν ακόμη και να φάει. Δύο ημέρες πριν αναγκαστεί να εγκαταλείψει το σπίτι της είχε περιγράψει η ίδια την κατάστασή της με λίγες λέξεις: «Με έχει επηρεάσει σε όλα. Δεν είμαι πια ο εαυτός μου».
Ακόμη και από το νοσοκομείο, πάντως, συνέχιζε να απευθύνεται στους ανθρώπους που είχαν βγει στους δρόμους για την υπόθεσή της. «Θα ήθελα να είμαι εκεί μαζί σας, να συμμετάσχω στον αγώνα σας, αλλά δεν έχω την τύχη να το κάνω. Γι’ αυτό, από εδώ, ζητώ από όλους σας να είστε γενναίοι. Παλέψτε, υπερασπιστείτε ό,τι σας ανήκει και, σας παρακαλώ, φροντίστε τον εαυτό σας. Συνεχίστε να διαμαρτύρεστε για όσο το αντέχουν τα σώματά σας», είχε πει.
71 χρόνια στο ίδιο σπίτι
Η Μαρία ντελ Κάρμεν Αμπασκάλ, όπως ήταν το πλήρες όνομά της, είχε συνδέσει σχεδόν ολόκληρη τη ζωή της με το διαμέρισμα στη γειτονιά Ίμπιζα της Μαδρίτης. Ο πατέρας της το είχε νοικιάσει το 1956 και εκεί έζησε μαζί με τους γονείς και τον αδελφό της.
Σπούδασε στενογραφία, δακτυλογραφία και γραμματειακή εργασία και εργάστηκε επί 34 χρόνια ως γραμματέας του διοικητικού συμβουλίου φαρμακευτικής εταιρείας, μέχρι τη συνταξιοδότησή της το 1998.
Το σπίτι δεν αποτελούσε για εκείνη απλώς έναν τόπο κατοικίας. Εκεί είχε πεθάνει ο πατέρας της το 1960, σε ηλικία 51 ετών, και εκεί η μητέρα της το 2005. «Όλες οι αναμνήσεις μου είναι εδώ. Ο πατέρας μου πέθανε πολύ νέος, το 1960, σε ηλικία 51 ετών. Και η μητέρα μου πέθανε σε αυτό το σπίτι το 2005. Ζω εδώ από το 1956 μέχρι σήμερα», είχε πει λίγο πριν από την έξωση.
Η επιθυμία της ήταν να πεθάνει στο ίδιο δωμάτιο όπου είχαν φύγει από τη ζωή οι γονείς της. Δεν πραγματοποιήθηκε. Η ιστορία της, ωστόσο, είχε ήδη ξεπεράσει τα όρια της προσωπικής της δικαστικής μάχης. Το «Όλοι είμαστε η Μαρικάρμεν» γράφτηκε σε πανό και μπλουζάκια, ενώ μετά τον θάνατό της ένα ακόμη σύνθημα κυριάρχησε στις ισπανικές διαδηλώσεις: «Μαρικάρμεν παρούσα, τώρα και για πάντα».
Το τελευταίο μήνυμα που, σύμφωνα με την οικογένεια, τον δικηγόρο της και την Ένωση Ενοικιαστών, ζητούσε να μεταφερθεί στους ανθρώπους που τη στήριζαν ήταν λιτό: «Συνεχίστε να αγωνίζεστε. Συνεχίστε να αγωνίζεστε για ό,τι σας ανήκει».
