Η Γαλλία, η Ιταλία και οι ταραχές
Το πρόβλημα με τη θυματοποίηση στην οποία επενδύει κάθε «κοινωνισμός» είναι ότι κάποιες φορές τα «θύματα» γίνονται ανεξέλεγκτα
Μπορεί η έμφαση να δόθηκε στις ομοιότητες αλλά ίσως ακόμα πιο σημαντικές υπήρξαν οι διαφορές – σίγουρα οι ταραχές σε Γαλλία και Ιταλία έγιναν ενιαία είδηση αλλά δεν ήταν το ίδιο.
Του Α.Π. Δημόπουλου
Οχι τόσο επειδή στη Γαλλία το φαινόμενο υπήρξε γεωγραφικά εκτενέστερο και η βία πήρε τη μορφή ταλιμπανικού τύπου καταστροφής πολιτιστικών θησαυρών επίσης (οι εικόνες από τον εμπρησμό του ιστορικού δημαρχείου της Λιμόζ θα στοιχειώνουν για πολύ ακόμα τη συλλογική μνήμη), αλλά επειδή στην Ιταλία η αντίδραση υπήρξε διανοητικά σαφέστερη. Δηλαδή, το θέμα δεν ήταν τα μέτρα καταστολής (κάθε άλλο, στη Γαλλία οι συλλήψεις και οι ποινικές διώξεις ήταν συστηματικότερες), αλλά ότι στην Ιταλία πολιτική και κοινωνία μίλησαν από το ίδιο χειρόγραφο. Δεν ήταν μόνο η συμβολικά πανίσχυρη εικόνα του στρατού να παίρνει θέσεις στους δρόμους του Μιλάνου ή τα άμεσα μέτρα αυστηροποίησης, συμπεριλαμβανομένων αυτών για τη σύλληψη ανηλίκων, ήταν τα σχόλια των εφημερίδων, ήταν οι αντιδράσεις των πολιτών (συχνά πολύ ηχηρές), ήταν μια διάχυτη αίσθηση αηδίας για αυτό που παρουσιάζεται ως κάτι άλλο από αυτό που είναι. Αντίθετα, στη Γαλλία, παρά τις δηλώσεις καταδίκης, τα «ναι μεν αλλά» ήταν περισσότερα. Υπήρχε αφηγηματικό υπόβαθρο νομιμοποίησης. Διακινείτο «άλλοθι». Η διαφορά ήταν ότι, όταν η κ. Μελόνι μιλούσε για «κοινή εγκληματικότητα», ο δημόσιος διάλογος στη Γαλλία άφηνε παρεξηγήσιμα μεγάλα περιθώρια δικαιολόγησης των αδικαιολογήτων. Το «κόστος ζωής», «ο αποκλεισμός», η «έλλειψη προοπτικής» λες και αρκούν ποτέ οι ευφημισμοί για να καις κτίρια. Σε τι οφείλεται, άραγε, η διαφορά;
Λοιπόν, παραδοσιακά, το αίτημα «νόμος και τάξη» είναι ένα αίτημα της Δεξιάς, οπότε στην Ιταλία η αντίδραση υπήρξε διανοητικά σαφέστερη γιατί η χώρα είναι πολιτικά σαφέστερη. Η κυβέρνηση αποτελείται από τρία κόμματα της Δεξιάς, με το δόγμα «νόμος και τάξη» να αποτελεί παραδοσιακό στοιχείο της πολιτικής τους ταυτότητας, ενώ (όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις) οι πολίτες εξακολουθούν να στηρίζουν σταθερά τα κόμματα αυτά – κατά κάποιον τρόπο η σαφής αντίδραση έναντι των ταραχών εκφράζει αυτήν την πολιτική ομοιοστασία. Στη Γαλλία όμως υπάρχει συγκριτικά πολύ μεγαλύτερη ασάφεια και αυτό οφείλεται βέβαια, καταρχάς, στο γεγονός ότι για καθαρά ιστορικούς λόγους η Γαλλία έχει μεγαλύτερη ανοχή για την ανομία, όταν αυτή εμφανίζεται με πολιτικό πρόσημο, μια μεγαλύτερη διανοητική ανοχή για την έννοια της «επανάστασης», αν θέλετε. Το μείζον όμως είναι ότι, αντίθετα με την Ιταλία, όπου οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στην άκρα Δεξιά και την άκρα Αριστερά έχουν υπάρξει καθαρές, τουλάχιστον μετά το 1980, όταν η ιταλική άκρα Δεξιά άρχισε να απαλλάσσεται και ρητορικά ακόμα από τα μπαγκάζια του «κοινωνισμού», που τη συνέδεαν με τον ιστορικό φασισμό (που ήταν, όπως και ο ναζισμός, ρητά «αντικαπιταλιστικός»), στη Γαλλία δεν συνέβη ποτέ το ίδιο. Αντίθετα, παρά τις κατά καιρούς ταλαντεύσεις του, ο χώρος που αποκαλούμε σήμερα «γαλλική άκρα Δεξιά» διατήρησε τον «κοινωνιστικό» του χαρακτήρα και η βάση της ιστορικής του στράτευσης υπήρξε «λαϊκή» και «προλεταριακή».
Γιατί μπορεί ο πατέρας της κ. Λεπέν να μην ξεκίνησε έτσι και, αντιθέτως, να εξέφραζε για πολλά χρόνια έναν κοινωνικό χώρο επαγγελματιών και καταστηματαρχών, που πρώτος είχε σχηματοποιήσει σε ένα ακροδεξιό (αλλά οικονομικά φιλελεύθερο) κόμμα ο πολιτικός μέντοράς του Πιέρ Πουζάντ (έναν χώρο τον οποίο παραδοσιακά εκφράζει κατεξοχήν η ιταλική άκρα Δεξιά, γιατί η Ιταλία είναι, όπως έλεγε ο Ναπολέων για την Αγγλία, χώρα «μικρών καταστηματαρχών»), όμως τελικά αμφότεροι οι Λεπέν (πατέρας και κόρη) οικοδόμησαν ένα «κοινωνιστικό» και «λαϊκό» κόμμα, με κύριο πολιτικό τους ακροατήριο τα εργατικά και μικρομεσαία στρώματα και εν συνεχεία τους «αποκλεισμένους» της «νέας τάξης πραγμάτων» γενικότερα (και με τη μετανάστευση να στοχοποιείται, ακριβώς, ως ανταγωνιστική των «αποκλεισμένων» αυτών). Με συνέπεια βέβαια η Γαλλία να βρεθεί έτσι με μια άκρα Δεξιά και με μια άκρα Αριστερά που απευθύνονταν στο ίδιο ακροατήριο. Και ναι μεν αυτό επέτρεψε μια μεγάλη μετατόπιση υπέρ της κ. Λεπέν (σημαντικό τμήμα των οπαδών της οποίας είναι παλαιοί απογοητευμένοι της άλλης πλευράς), αλλά της κληροδότησε και μια ανάγκη δημιουργικής ασάφειας επίσης, που ουδόλως βολεύει σε εποχές κρίσης, που ομνύουν στη σαφήνεια, και τέτοιες είναι οι εποχές γενικευμένων ταραχών. Με άλλα λόγια, η κ. Μελόνι είναι σαφής γιατί ξέρει ποιους εκφράζει και δεν έχει πρόβλημα να καταδικάζει καθαρά αυτούς που καταστρέφουν τα καταστήματα στο όνομα του «αντικαπιταλισμού» και (κατά βάση) για να γεμίζουν τσάντες – η κ. Λεπέν όμως;
Ή, με άλλη διατύπωση, ο λόγος που στο θέμα των ταραχών η στάση της Γαλλίας δείχνει διανοητικά ασαφής είναι ότι η βασική διεκδικήτρια των εξελίξεων δεν έχει τα ίδια περιθώρια με την κ. Μελόνι. Γιατί κανονικά θα έπρεπε να είναι, όπως η κ. Μελόνι (αλλά και ο κ. Τραμπ άλλωστε – θυμάστε πώς αντιμετώπισε τις ταραχές), η φυσική εκφραστής του δόγματος «νόμος και τάξη» (αντί να το χαρίζει σε σοσιαλδημοκράτες τύπου Μακρόν), πώς να το κάνει αυτό όμως, όταν τις ταραχές αυτές δεν τις προκαλούν μόνο οι μετανάστες αλλά αγγίζουν ένα ακροατήριο «αποκλεισμένων», στο οποίο και η ίδια απευθύνεται; Γιατί ακριβώς το πρόβλημα με τη θυματοποίηση, στην οποία επενδύει κάθε «κοινωνισμός», είναι ότι κάποιες φορές τα «θύματα» γίνονται ανεξέλεγκτα. Και τότε πώς τους εξηγείς ότι καλές οι ιστορίες για τον καπιταλισμό, αλλά δεν είπαμε να μη μείνει κατάστημα για κατάστημα στη γωνία κιόλας;
