Σε μία εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη, η αγαπημένη τραγουδίστρια μιλά στο «ENJOY» για τη μουσική, τις εμπειρίες της, αλλά και για όσα τη συγκινούν και την εμπνέουν μέχρι σήμερα
Η Κωνσταντίνα είναι από εκείνες τις ερμηνεύτριες που σφράγισαν με τη φωνή και την ευαισθησία τους μια ολόκληρη εποχή.
- Από τον Ηλία Μαραβέγια
Από τα πρώτα της βήματα σε Κύπρο και Αθήνα μέχρι τις τεράστιες επιτυχίες της δεκαετίας του ’90, και σήμερα, που συνεχίζει με την ίδια αφοσίωση, η διαδρομή της είναι ένα ταξίδι ψυχής.
Κυκλοφόρησε πρόσφατα το νέο σας single με τίτλο «Χορεύω το ζεϊμπέκικο», υπό τη δισκογραφική στέγη της Heaven Music. Πώς γεννήθηκε αυτό το τραγούδι και τι σας ενέπνευσε;
Το κομμάτι είναι ένα δυναμικό ζεϊμπέκικο σε στίχους της Τασούλας Θωμαΐδου. Η ιδέα ξεκίνησε από την ίδια, που υπογράφει και τον στίχο, ενώ τη μουσική συνέθεσε ο Θάνος Γεωργουλάς. Πιστεύω πως πρόκειται για μια ιδιαίτερη μουσική πρόταση· έχει ένταση, συναίσθημα και σε «προκαλεί» να χορέψεις. Το ζεϊμπέκικο δεν είναι μόνο ανδρικός χορός – εκφράζει και τη γυναίκα, τη δύναμή της και την ψυχή της. Ο στίχος «Χορεύω το ζεϊμπέκικο, χορεύω και μου πάει» αποτυπώνει ακριβώς αυτό: μια γυναίκα που τολμά, εκφράζεται και το απολαμβάνει.
Παράλληλα, συνεχίζετε για δεύτερη χρονιά τις εμφανίσεις σας στο Mayor, στο Κολωνάκι, έναν χώρο πιο ζεστό και ατμοσφαιρικό από τις μεγάλες πίστες. Πώς είναι αυτή η εμπειρία για εσάς;
Νομίζω ότι αυτή η μορφή διασκέδασης είναι η νέα τάση – ο καλλιτέχνης να βρίσκεται πιο κοντά στο κοινό του. Οι βραδιές μου στο Mayor, κάθε Τετάρτη, είναι πραγματικά ξεχωριστές· αισθάνομαι οικεία και απολαμβάνω την επαφή με τον κόσμο. Είναι ένας χώρος που μου ταιριάζει απόλυτα. Τραγουδώ τόσο δικά μου τραγούδια όσο και αγαπημένα λαϊκά κομμάτια, και κάθε φορά δημιουργείται μια πολύ όμορφη ατμόσφαιρα, γεμάτη κέφι και συναίσθημα
Πώς ορίζετε εσείς ένα καλό τραγούδι;
Ενα καλό τραγούδι για μένα ξεκινά πάντα από τον στίχο. Από το αν με εκφράζουν τα λόγια του και αν μπορώ να τα νιώσω. Επειτα έρχεται η μουσική – εκείνη που «δένει» με τον στίχο και τον αναδεικνύει. Αυτή η στιγμή που στίχος και μελωδία γίνονται ένα κι εγώ καταφέρνω να τα χρωματίσω με τη φωνή μου είναι μαγική. Τότε προκύπτει κάτι πραγματικά δυνατό.

Πιστεύετε ότι οι ερμηνευτές γεννιούνται ή γίνονται;
Πιστεύω πως είναι συνδυασμός. Πρέπει να έχεις μέσα σου τη σπίθα, αυτό το χάρισμα να μεταδώσεις το συναίσθημα. Από εκεί ξεκινάς. Ομως, χρειάζεται και πολλή δουλειά. Η φωνή είναι όργανο που το καλλιεργείς, το δουλεύεις, το μαθαίνεις. Δεν μπορούμε να τραγουδάμε τα πάντα – πρέπει να βρεις τι σου ταιριάζει. Παίζει ρόλο και το πώς στέκεσαι στη σκηνή, πώς εκπέμπεις. Γιατί υπάρχουν φωνές υπέροχες, που δεν φτάνουν πέρα από το ένα μέτρο. Αυτό, να «φεύγει» η ψυχή σου και να αγγίζει τον κόσμο, είναι χάρισμα.
Ποιο από τα τραγούδια σας θεωρείτε πιο προσωπικό, ότι είναι πιο κοντά στην ψυχή σας;
Υπάρχουν κάποια κομμάτια που αγγίζουν βαθιά την ψυχή μου. Κάθε τραγούδι μου το έχω αγαπήσει, αλλά κάποια έχουν γίνει κομμάτι του εαυτού μου. Το «Τηλεφωνώ», για παράδειγμα, κάθε φορά που το ακούω, με ταράζει. Το «Πάρε με», από τον δίσκο «Τι μπήκε ανάμεσά μας», είναι ένα τραγούδι που βάζω συχνά και με συγκλονίζει. Και, φυσικά, το «Μια Ελλάδα φως», ένα τραγούδι που με συγκινεί βαθιά.
Στη σημερινή ελληνική μουσική σκηνή υπάρχουν φωνές που ξεχωρίζετε;
Υπάρχουν εξαιρετικές φωνές σήμερα, αλλά λείπει το σύστημα που θα τις υποστηρίξει. Εχουν καταρρεύσει πολλά. Οι επιχειρηματίες δεν επενδύουν όπως παλιά, οι εταιρίες επίσης. Η δισκογραφία έχει αλλάξει, δεν υπάρχουν πια φυσικές πωλήσεις – όλα είναι ψηφιακά. Κι αυτό κάνει δύσκολη την επένδυση. Οταν οι εμφανίσεις των καλλιτεχνών έχουν μειωθεί από έξι μέρες σε δύο, καταλαβαίνετε πόσο έχει πληγεί ο χώρος. Μην κοιτάμε μόνο τα μεγάλα ονόματα. Οι περισσότεροι καλλιτέχνες ταλαιπωρούνται πολύ.
Εσείς πώς βιώσατε αυτή τη μετάβαση από τα βινύλια και τα CDs στη σημερινή ψηφιακή πραγματικότητα;
Ηταν μεγάλη αλλαγή. Εμείς είχαμε μάθει αλλιώς. Η γενιά μου ζούσε το παλιό σύστημα – τις εταιρίες, τους δίσκους, τη φυσική επαφή με το κοινό. Οταν ήρθε η ψηφιακή εποχή, τα νέα παιδιά μπήκαν αμέσως μέσα της. Εμείς δυσκολευτήκαμε να εγκλιματιστούμε, να τη συνειδητοποιήσουμε. Και, να πω την αλήθεια, ακόμα δεν την έχουμε υιοθετήσει πλήρως.
Ξεκινήσατε να τραγουδάτε στα 13 σας, δίπλα στον αδερφό σας, τον Πανίκο. Πότε ήταν η πρώτη φορά που είπατε «εγώ αυτό θέλω να κάνω στη ζωή μου»;
Οταν η Χάρις Αλεξίου ήρθε στην Κύπρο και μας άκουσε σε μια εκδήλωση του Ερυθρού Σταυρού. Μας είπε: «Αν σκεφτείτε ποτέ να έρθετε στην Ελλάδα, ελάτε να με βρείτε». Αυτό ήταν το έναυσμα. Πήγαμε σε ωδείο, προετοιμαστήκαμε, και τελικά ήρθαμε στην Ελλάδα. Βρήκαμε τη Χαρούλα, η οποία μίλησε στον Γιώργο Νταλάρα και δουλέψαμε μαζί τους για πρώτη φορά στο Θεμέλιο, στην Πλάκα.
Στην ελληνική δισκογραφία, πάντως, αργήσατε να μπείτε. Πρώτα «χτίσατε» όνομα στις live εμφανίσεις και μετά κάνατε δίσκο.
Δεν ήταν εύκολο τότε. Το σημαντικότερο ήταν να βρω τα σωστά τραγούδια, αυτά που με εξέφραζαν. Ο δίσκος που σημάδεψε την καριέρα μου ήταν το «Τραγούδια για την Κωνσταντίνα», σε μουσική του Μάριου Τόκα και στίχους του Σαράντη Αλιβιζάτου. Εκεί βρήκα τον ήχο και το ύφος μου, παρότι τότε δεν ήμουν ακόμα ώριμη καλλιτεχνικά. Γιατί άλλο είναι να τραγουδάς στη σκηνή και άλλο να ηχογραφείς στο στούντιο – είναι δύο διαφορετικοί κόσμοι.
Δηλαδή;
Η δισκογραφία θέλει εμπειρία. Να ξέρεις πώς να «ξεκλειδώσεις» το συναίσθημα και να το αποδώσεις. Εμένα με ενδιέφερε πάντα να τραγουδώ τον στίχο – να καταλάβω τι λέει και να το μεταδώσω. Οταν κάποιος μου λέει «το τραγούδι σου με βοήθησε σε μια δύσκολη στιγμή», νιώθω ευγνωμοσύνη. Αυτό είναι το τραγούδι: γιατρικό για την ψυχή.
Ενα τέτοιο τραγούδι είναι και το «Θάλασσες», το οποίο παραμένει διαχρονικό ύστερα από τόσα χρόνια. Το περιμένατε ότι θα είχε τέτοια αποδοχή;
Το «Θάλασσες» γράφτηκε πρώτο για τον δίσκο «Τραγούδια για την Κωνσταντίνα». Το τραγουδούσαμε με τον Μάριο Τόκα πριν μπούμε στο στούντιο. Δεν ξέραμε φυσικά τι θα αγαπήσει ο κόσμος. Τελικά έγινε διαχρονικό. Αν και το πρώτο που ακούστηκε ήταν το «Αγγελέ μου και φονιά», το «Θάλασσες» βρήκε τον δρόμο του και έμεινε για πάντα. Μαζί του και άλλα υπέροχα τραγούδια, όπως «Το σημάδι».
Τη δεκαετία του 1990 γνωρίσατε τεράστια επιτυχία. Ηταν η «χρυσή» εποχή σας. Ποιο ήταν το απόλυτο που ζήσατε τότε;
Δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κάτι ως απόλυτο, γιατί υπάρχουν πολλές δυνατές στιγμές μέσα σε μια πορεία. Η δεκαετία του ’90 ήταν σίγουρα γεμάτη έντονες στιγμές. Μετά το πρώτο μου άλμπουμ, ήρθε το «Θα φύγω με τους φίλους μου για Κάιρο», που υπήρξε σταθμός. Επειτα το «Μια Ελλάδα φως», σε μουσική του διεθνούς Yanni και στίχους της Τασούλας Θωμαΐδου, ένα τραγούδι που έχει γίνει ύμνος, το τραγουδούν μέχρι και σχολεία. Μετά, το «Η καρδιά μου τραγουδά τη Μεσόγειο», ένας δίσκος με κομμάτια από όλες τις χώρες της Μεσογείου, που κυκλοφόρησε και στην Ιαπωνία! Και, φυσικά, υπήρξαν όλα εκείνα τα ντουέτα: «Καίγομαι» με τον Μάκη Χριστοδουλόπουλο, «Στους πέντε ανέμους» με τον Στέφανο Κορκολή, «Η καρδιά μου είναι ζαλισμένη» με τον Γιάννη Πλούταρχο και το εμβληματικό «Δηλητήριο» με τον αξέχαστο Βασίλη Καρρά, που το τραγουδά ακόμη η νεολαία.
Παράλληλα, διαγράψατε λαμπρή πορεία live εμφανίσεων, με πρωτότυπα concepts στα shows. Εχουν μείνει στην Ιστορία η εμφάνισή σας πάνω σε άλογο και η σκηνή-παγοδρόμιο. Ηταν απαιτητικά αυτά τα shows;
Ηταν απαιτητικά, αλλά και συναρπαστικά. Κάθε παράσταση ήθελε τεράστια προετοιμασία. Δούλευα ασταμάτητα, πολλές φορές με πυρετό ή και τραυματισμένη ακόμη από κάποιο ατύχημα, γιατί ήθελα να είμαι αντάξια των προσδοκιών. Ηταν εποχές με πολύ σκληρή δουλειά, αλλά και μαγεία.
Εχετε συναντηθεί στη σκηνή με ονόματα-θρύλους του τραγουδιού. Ποιες συνεργασίες σάς σημάδεψαν περισσότερο;
Είχα την τύχη να συνεργαστώ με σπουδαίους καλλιτέχνες. Η συνεργασία μου με τη Μαρινέλλα ήταν κομβική για μένα, όπως και εκείνη με τις τρεις μεγάλες κυρίες του τραγουδιού, την Πόλυ Πάνου, την Καίτη Γκρέυ και τη Μαίρη Λίντα.
Με δεδομένη την προσωπική σας εμπειρία από τον πόλεμο στην Κύπρο, όπου χάθηκε ο πατέρας σας όταν ήσασταν παιδί, πώς βλέπετε σήμερα την πορεία του Κυπριακού; Είστε αισιόδοξη ότι μπορεί να δοθεί κάποτε ένα δίκαιο τέλος;
Είναι βαθιά πληγή… Δεν έχουμε πολιτικούς αντάξιους των περιστάσεων, πιστεύω. Μιλούν για απελευθέρωση μεταξύ τους, αλλά δεν τη διεκδικούν. Και όμως, η Ελλάδα και η Κύπρος έχουν στρατηγική θέση στον κόσμο. Θα μπορούσαμε να έχουμε πιο ισχυρή φωνή, αλλά δυστυχώς δεν τολμάμε.
Η χώρα έχει περάσει από κρίσεις πολλές – οικονομικές, προσφυγικές, υγειονομικές. Πώς βλέπετε την ελληνική κοινωνία σήμερα; Αντέχει ή έχει κουραστεί;
Ζούμε δύσκολες εποχές. Ο κόσμος ταλαιπωρείται, δυσκολεύεται να επιβιώσει. Οι κρίσεις -οικονομικές, προσφυγικές, υγειονομικές- έχουν αφήσει βαθιά σημάδια. Η μεσαία τάξη χάνεται, η ψαλίδα ανοίγει. Αυτό που πιστεύω είναι ότι τώρα, περισσότερο από ποτέ, χρειάζεται ενότητα. Αν δεν είμαστε ενωμένοι, κινδυνεύουμε. Πρέπει να κρατηθούμε ο ένας δίπλα στον άλλον.


