Στο «κόκκινο» παραμένουν οι προϋπολογισμοί των ελληνικών νοικοκυριών, με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να επιβεβαιώνει πως η Ελλάδα πλήττεται δυσανάλογα από το κύμα της ακρίβειας στην ενέργεια. Σύμφωνα με την έκθεση που παρουσίασε η Ογιά Τσελασούν στο Eurogroup, η μέση οικονομική απώλεια για ένα σπιτικό στην Ελλάδα αναμένεται να αγγίξει τα 400 ευρώ μέσα στο 2026. Το νούμερο αυτό τοποθετεί τη χώρα μας πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 375 ευρώ, καταδεικνύοντας το μέγεθος της πίεσης που υφίστανται οι καταναλωτές.
Η κατάσταση περιγράφεται ακόμη πιο δυσοίωνη στο «δυσμενές σενάριο» του Ταμείου. Σε περίπτωση που οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή κλιμακωθούν, οι απώλειες για τα ελληνικά νοικοκυριά ενδέχεται να εκτοξευθούν στα 2.000 ευρώ. Η εκτίμηση αυτή φέρνει την Ελλάδα σε δυσμενέστερη θέση έναντι της υπόλοιπης Ευρωζώνης, όπου η αντίστοιχη επιβάρυνση υπολογίζεται στα 1.750 ευρώ.
Αστοχία στα μέτρα στήριξης και έλλειψη στόχευσης
Το ΔΝΤ ασκεί έμμεση πλην σαφή κριτική στην ακολουθούμενη κυβερνητική πολιτική, αναδεικνύοντας την αναποτελεσματικότητα των οριζόντιων παρεμβάσεων. Τα στοιχεία δείχνουν ότι το 70% των πόρων που διατέθηκαν για τη στήριξη των πολιτών δεν ήταν στοχευμένα. Αντί να ενισχυθούν τα πραγματικά ευάλωτα στρώματα, η πλειονότητα των κονδυλίων αναλώθηκε σε γενικές επιδοτήσεις τιμών, οι οποίες επιβαρύνουν τα δημόσια οικονομικά χωρίς να ανακουφίζουν ουσιαστικά όσους έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη.
Μόλις το 30% της κρατικής βοήθειας κατευθύνθηκε στοχευμένα στα νοικοκυριά με χαμηλά εισοδήματα. Η τακτική αυτή, που υιοθετήθηκε σε μεγάλο βαθμό και στην Ελλάδα, κρίνεται από τους αναλυτές του Ταμείου ως δαπανηρή και κοινωνικά μη αποτελεσματική, καθώς δεν διασφαλίζει τη σωστή κατανομή των δημόσιων πόρων.
Οι δομικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας
Η ανάλυση του Ταμείου εστιάζει και στους παράγοντες που καθιστούν την Ελλάδα «εύκολο στόχο» για τις εξωτερικές κρίσεις. Η έντονη εξάρτηση από την πορεία της γερμανικής οικονομίας και η μεγάλη βαρύτητα του τουρισμού δημιουργούν ένα εύθραυστο περιβάλλον. Σε ένα σκηνικό όπου η ανάπτυξη στην Ευρώπη μπορεί να καθηλωθεί στο ισχνό 0,3%, η χώρα παραμένει εκτεθειμένη σε κραδασμούς που απειλούν να φρενάρουν την οικονομική δραστηριότητα.
Το ΔΝΤ ζητά από τις κυβερνήσεις να εγκαταλείψουν τα οριζόντια μέτρα, όπως τα πλαφόν και τις μειώσεις φόρων, προτείνοντας αντ’ αυτών την απευθείας ενίσχυση των πολιτών μέσω των υφιστάμενων κοινωνικών μηχανισμών. Η επιμονή σε μη στοχευμένες παρεμβάσεις, σύμφωνα με τους αξιωματούχους του Ταμείου, όχι μόνο εξαντλεί τα δημοσιονομικά περιθώρια, αλλά αφαιρεί και τα κίνητρα για εξοικονόμηση ενέργειας που είναι απαραίτητα για τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα της αγοράς.




