Από τους δρόμους και τις πλατείες της πόλης μέχρι τα πιο εμβληματικά σημεία της Αθήνας, το Piano City Athens επαναπροσδιορίζει τη σχέση μας με τη μουσική, με τη Μαρία Παπαλάμπρου στο τιμόνι ενός φεστιβάλ που μεγάλωσε και καθιερώθηκε.
Η Μαρία Παπαλάμπρου ανήκει στις δημιουργούς που δεν περιορίζονται σε έναν μόνο ρόλο: ηθοποιός, παραγωγός και ιδρύτρια της Robin4Arts, κινείται με την ίδια άνεση από τις θεατρικές σκηνές μέχρι τα μεγάλα πολιτιστικά projects.
- Από τον Ηλία Μαραβέγια
Με αφορμή το φετινό Piano City Athens, που επιστρέφει δυναμικά στις 9 Μαΐου για τέταρτη χρονιά, μιλά στο «ENJOY» για την έμπνευση πίσω από τον μουσικό θεσμό, τις προκλήσεις της διοργάνωσης και τη σημασία της ελεύθερης πρόσβασης στον πολιτισμό.
Πότε και πώς γεννήθηκε η ιδέα να φέρετε το εν λόγω φεστιβάλ στην Αθήνα;
Η πρώτη μου επαφή με το Piano City έγινε πριν από χρόνια στο Βερολίνο. Ηταν η παγκόσμια πρεμιέρα του θεσμού και θυμάμαι ακόμα τον ενθουσιασμό μου καθώς παρακολουθούσα τις εκδηλώσεις μαζί με τη μικρή, τότε, κόρη μου. Το σκεπτικό του φεστιβάλ με κέρδισε αμέσως: μια διοργάνωση εντυπωσιακή σε κλίμακα, που κατάφερε να μεταμορφώσει ολόκληρη την πόλη σε μια ανοιχτή μουσική σκηνή. Από εκείνη κιόλας την ημέρα γεννήθηκε η επιθυμία να φέρω αυτή τη μοναδική εμπειρία στην Αθήνα. Στο διάστημα που μεσολάβησε το Piano City έγινε παγκόσμιο φαινόμενο, κατακτώντας μητροπόλεις όπως η Νέα Υόρκη, η Μαδρίτη και το Μιλάνο. Πριν από τέσσερα χρόνια ένιωσα πως οι συνθήκες ήταν πλέον ώριμες για να φιλοξενήσει και η Αθήνα έναν τόσο ιδιαίτερο μουσικό θεσμό. Το όνειρο άρχισε να παίρνει μορφή και το πρώτο Piano City Athens έγινε πραγματικότητα, φέρνοντας τον ήχο του πιάνου σε κάθε γωνιά της δικής μας πόλης.
Τι σας ενέπνευσε περισσότερο από το διεθνές concept και πώς το προσαρμόσατε στην ελληνική πραγματικότητα;
Αυτό που με γοήτευσε στο εξωτερικό ήταν η απελευθέρωση της μουσικής. Η ιδέα, δηλαδή,
ότι το πιάνο σταματά να είναι ένα μουσικό όργανο μόνο για «λίγους» σε κλειστές αίθουσες και βγαίνει πλέον εκεί όπου χτυπά η καρδιά της πόλης: στους δρόμους, στα πάρκα, ακόμα και μέσα στα σπίτια του κόσμου. Στην Αθήνα, το προσαρμόσαμε με βάση τη δική μας ιδιοσυγκρασία. Εκμεταλλευτήκαμε το μοναδικό φως και τα ιστορικά τοπόσημα της πόλης, δίνοντας μια άλλη αισθητική στις συναυλίες. Επίσης, δώσαμε μεγάλη έμφαση στα House Concerts, γιατί ο Ελληνας έχει τη φιλοξενία στο DNA του – το να ανοίγει κάποιος το σπίτι του για έναν ξένο που θέλει να ακούσει μουσική ταίριαξε απόλυτα στην κουλτούρα μας. Τέλος, κάναμε μια πλατφόρμα για να αναδειχθεί η εξαιρετική νέα γενιά Ελλήνων πιανιστών, συνδέοντας ένα διεθνές brand με το δικό μας, εγχώριο ταλέντο.
Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στην πρώτη διοργάνωση και πώς εξελίχθηκε μέχρι τη φετινή, τέταρτη χρονιά;
Στην αρχή η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν να συστήσουμε κάτι εντελώς καινούργιο: να πείσουμε το κοινό και τους φορείς ότι ένα πιάνο μπορεί να σταθεί οπουδήποτε -από μια πλατεία μέχρι ένα σαλόνι- χωρίς να χάνει την καλλιτεχνική του αξία. Υπήρχε, φυσικά, και το τεράστιο πρακτικό κομμάτι της μεταφοράς τόσων οργάνων σε όλη την πόλη. Σήμερα, φτάνοντας στην τέταρτη χρονιά, το φεστιβάλ έχει πια καθιερωθεί. Δεν χρειάζεται πλέον να εξηγούμε το concept, ο κόσμος το αναζητά και το αγκαλιάζει. Εχουμε ωριμάσει, οι παραγωγές μας είναι πιο σύνθετες και το Piano City Athens έχει γίνει πλέον ένας αγαπημένος θεσμός που οι Αθηναίοι περιμένουν κάθε άνοιξη.
Πόσο δύσκολο είναι να συντονιστεί ένα φεστιβάλ που «απλώνεται» σε όλη την πόλη και περιλαμβάνει τόσους διαφορετικούς φορείς;
Είναι ένας πραγματικός οργανωτικός άθλος, αλλά δεν θα ήταν εφικτός χωρίς τη δυναμική ομάδα μου. Το να συντονίσεις ταυτόχρονα δεκάδες εκδηλώσεις σε πλατείες, δρόμους, μουσεία και σπίτια απαιτεί ανθρώπους με πάθος, που δουλεύουν ασταμάτητα πίσω από τα φώτα. Η μεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι μόνο τα logistics, αλλά η επικοινωνία με τόσους διαφορετικούς φορείς. Εκεί είναι που η ομάδα κάνει τη διαφορά: με την αφοσίωσή τους καταφέρνουν να ενώσουν όλα αυτά τα κομμάτια του παζλ. Παρά την πολυπλοκότητα, υπάρχει μια κοινή διάθεση προσφοράς που μας δένει – όταν βλέπουμε την πόλη να «δονείται» από τη μουσική, ξέρουμε ότι όλη αυτή η ομαδική δουλειά άξιζε τον κόπο.
Τι ξεχωρίζει στο φετινό πρόγραμμα και ποιες δράσεις θεωρείτε ότι δεν πρέπει να χάσει το κοινό;
Στο φετινό πρόγραμμα αυτά που πραγματικά ξεχωρίζουν είναι η πολυφωνία και η τόλμη μας στις τοποθεσίες. Εχουμε καταφέρει να φέρουμε το πιάνο σε μέρη που κανείς δεν θα φανταζόταν, δημιουργώντας μια μοναδική αντίθεση ανάμεσα στον κλασικό ήχο και το αστικό περιβάλλον. Και κάτι που μας χαροποιεί ιδιαίτερα είναι ότι το κάλεσμά μας σε νέους πιανίστες βρήκε τεράστια ανταπόκριση και στο εξωτερικό και έτσι έχουμε πολλούς εξαιρετικούς καλεσμένους από Ιταλία, Σερβία, Γερμανία και άλλες χώρες.
Οι συναυλίες σε απρόβλεπτους χώρους είναι σήμα κατατεθέν του φεστιβάλ. Υπάρχει κάποια φετινή τοποθεσία που σας ενθουσιάζει ιδιαίτερα;
Το πιάνο ακόμα μια φορά μπαίνει σε χώρους-κλειδιά της Αθήνας. Από τη ζωντάνια του Αεροδρομίου και την πολύβουη Πλάκα, που ξαφνιάζουν ευχάριστα τους ταξιδιώτες, μέχρι τη γαλήνη του Εθνικού Κήπου και την επιβλητικότητα του Μουσείου της Ακρόπολης. Αυτές οι τοποθεσίες αποδεικνύουν στην πράξη το όραμά μας: ότι η μουσική μπορεί και πρέπει να βρίσκεται παντού, εκεί όπου χτυπά η καρδιά της καθημερινότητάς μας.
Φέτος ενισχύεται ο κοινωνικός χαρακτήρας με δράσεις σε νοσοκομεία και άλλες δομές. Τι σας οδήγησε σε αυτή την κατεύθυνση;
Η απόφαση να μπούμε σε νοσοκομεία και κοινωνικές δομές γεννήθηκε από την ανάγκη να φέρουμε τη χαρά και τη γαλήνη του πιάνου σε ανθρώπους που δεν έχουν τη δυνατότητα να βρεθούν σε μια πλατεία ή σε ένα θέατρο. Πιστεύουμε βαθιά ότι η τέχνη έχει τη δύναμη να ανακουφίζει και να ενώνει. Ετσι, το φεστιβάλ φέτος γίνεται μια μεγάλη αγκαλιά, αποδεικνύοντας ότι ο πολιτισμός οφείλει να είναι παρών εκεί όπου υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη.
Πόσο σημαντικό είναι για εσάς η πρόσβαση στον πολιτισμό να είναι δωρεάν, όπως στο Piano City Athens;
Η δωρεάν πρόσβαση είναι για εμάς ζήτημα πολιτιστικής δημοκρατίας, όμως αυτό δεν αναιρεί την πεποίθησή μου ότι η τέχνη πρέπει να αμείβεται. Η αμοιβή είναι ο έμπρακτος σεβασμός στον κόπο του καλλιτέχνη, ενώ παράλληλα εκπαιδεύει το κοινό να εκτιμά την αξία αυτού που απολαμβάνει. Αυτή την ισορροπία την κάνουν εφικτή οι χορηγοί και οι υποστηρικτές μας. Χάρη στη δική τους συμβολή καταφέρνουμε να κρατήσουμε τις πόρτες ανοιχτές για όλους, χωρίς όμως να κάνουμε εκπτώσεις στον επαγγελματισμό και στην αξιοπρέπεια των μουσικών μας. Είναι μια συλλογική προσπάθεια που διασφαλίζει ότι η υψηλή τέχνη παραμένει προσβάσιμη, παραμένοντας ταυτόχρονα βιώσιμη και σεβαστή.




