Η απόφαση 6/2026 της πλήρους Ολομέλειας έδωσε τέλος στη διχογνωμία για τον τρόπο υπολογισμού των τόκων στις ρυθμίσεις του νόμου Κατσέλη
Δημοσιεύθηκε το μεσημέρι το πλήρες κείμενο της υπ’ αριθμ. 6/2026 απόφασης της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε, κατά πλειοψηφία, ότι οι τόκοι για τους δανειολήπτες που έχουν υπαχθεί στον νόμο Κατσέλη υπολογίζονται πάνω στη μηνιαία δόση και όχι επί του συνολικού δανειακού ποσού.
Η απόφαση ελήφθη με 35 ψήφους υπέρ και 12 κατά και αφορά τον τρόπο τοκισμού των οφειλών δανειοληπτών που έχουν ενταχθεί στις προβλέψεις του νόμου Κατσέλη.
Η υπόθεση είχε συζητηθεί στις 27 Φεβρουαρίου 2025 στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, υπό την προηγούμενη ηγεσία του ανώτατου δικαστηρίου, με πρόεδρο την Ιωάννα Κλάπα και εισαγγελέα τη Γεωργία Αδειλίνη.
Αντικείμενο της συζήτησης αποτέλεσε προδικαστικό ερώτημα του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων σχετικά με τη διαφορετική ερμηνεία που είχε προκύψει από αντικρουόμενες αποφάσεις για τον τοκισμό των τοκοχρεολυτικών δόσεων προς τα funds, όπως αυτές είχαν καθοριστεί από αποφάσεις Ειρηνοδικείων στο πλαίσιο του νόμου Κατσέλη.
Το σκεπτικό της πλειοψηφίας
Στην απόφαση δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στον κοινωνικό χαρακτήρα του νόμου 3869/2010.
Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Η υπερχρέωση αναδεικνύεται σε ένα από τα κρίσιμα κοινωνικά προβλήματα, δεδομένου ότι ένα σημαντικό μέρος των πολιτών έχει οδηγηθεί στην περιθωριοποίηση, καθώς, μη διαθέτοντας σοβαρή αγοραστική δύναμη και δυνατότητα απεγκλωβισμού από την υπερχρέωση δεν είναι σε θέση να σχεδιάσει τη συμμετοχή του στην οικονομική και κοινωνική ζωή».
Η απόφαση επισημαίνει ακόμη ότι μέσω του ν. 3869/2010 δόθηκε η δυνατότητα σε υπερχρεωμένους πολίτες με αποδεδειγμένη και μόνιμη αδυναμία αποπληρωμής να ρυθμίσουν τις υποχρεώσεις τους με ευνοϊκότερους όρους και να απαλλαγούν από μέρος αυτών, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Οι δικαστές της πλειοψηφίας συνέδεσαν επίσης τη φιλοσοφία του νόμου με τις αρχές του κοινωνικού κράτους δικαίου και υπογράμμισαν ότι η ρύθμιση των χρεών εξυπηρετεί όχι μόνο τους οφειλέτες αλλά και το γενικό συμφέρον, καθώς συμβάλλει στην επανένταξή τους στην οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα.
Η ερμηνεία για τον υπολογισμό των τόκων
Στην ουσία της υπόθεσης, η Ολομέλεια έκρινε ότι οι αποφάσεις που εκδίδονται βάσει του νόμου 3869/2010 αποτελούν αναγκαστικό δίκαιο δημόσιας τάξης και δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται με τα συνήθη τραπεζικά κριτήρια.
Σύμφωνα με το σκεπτικό, το δικαστήριο καθορίζει συνολικά τους όρους αποπληρωμής, συμπεριλαμβανομένης της μηνιαίας δόσης, η οποία συνιστά το ανώτατο όριο και όχι τη βάση για διαφορετικό τρόπο υπολογισμού.
Η πλειοψηφία άσκησε κριτική στην αντίθετη ερμηνεία που υιοθετούσαν τράπεζες και funds, σημειώνοντας ότι ο υπολογισμός τόκων επί του συνολικού κεφαλαίου θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέες υπέρογκες επιβαρύνσεις και να αναιρέσει τον προστατευτικό σκοπό του νόμου.
Η νομική βάση της κρίσης
Το δικαστήριο θεμελίωσε επιπλέον την απόφασή του στη διάσπαση της συνολικής οφειλής σε επιμέρους καταβολές.
Όπως αναφέρεται: «Όταν το δικαστήριο επεμβαίνει δικαιοπλαστικά και καθορίζει τον αριθμό των δόσεων και το χρόνο καταβολής τους διασπά το κεφάλαιο σε περισσότερα επιμέρους κεφάλαια στα οποία θα πρέπει να υπολογιστεί ο τόκος με βάση την αρχή του παρεπόμενου».
Παράλληλα απορρίφθηκε και ο ισχυρισμός των πιστωτών περί προσβολής του δικαιώματος στην περιουσία τους, με την Ολομέλεια να σημειώνει ότι η συγκεκριμένη ερμηνεία δεν καταργεί το δικαίωμα λήψης νόμιμου τόκου ούτε μεταβάλλει το επιτόκιο, αλλά καθορίζει τη σωστή βάση υπολογισμού του.
(Το άρθρο αυτό γράφτηκε με τη βοήθεια εφαρμογής τεχνητής νοημοσύνης υπό την επιμέλεια δημοσιογράφου.)
