Το προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού για το 2027 κατέθεσε στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής η ηγεσία του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Οι προβλέψεις και τα μέτρα που περιλαμβάνονται στο κείμενο συνθέτουν ωστόσο έναν ξεκάθαρα αδύναμο προϋπολογισμό, ο οποίος αδυνατεί να δώσει ουσιαστική ώθηση στην παραγωγικά ασθενή ελληνική οικονομία. Αντί να προσφέρει ριζικές λύσεις, η κατάθεση του προσχεδίου απλώς επιβεβαιώνει την πολιτική επιλογή της κυβέρνησης Μητσοτάκη να αφήσει αβοήθητα τα νοικοκυριά που έχουν κυριολεκτικά γονατίσει από την ακρίβεια.
Στη σχετική επιστολή της, η κυβέρνηση επικαλείται ξανά το δυσμενές γεωπολιτικό περιβάλλον, κάνοντας παράλληλα λόγο για ανάπτυξη 2,3% το 2027 και αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στο 2,6%. Στην πραγματικότητα, η διατήρηση του πληθωρισμού σε αυτά τα επίπεδα δεν φέρνει μειώσεις τιμών, αλλά μεταφράζεται σε περαιτέρω ανατιμήσεις πάνω σε ήδη πανάκριβα βασικά αγαθά. Την ίδια ώρα, η όποια ανάπτυξη δεν βασίζεται σε μια υγιή παραγωγική ανασυγκρότηση, αλλά εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από ευκαιριακά ευρωπαϊκά κονδύλια και προγράμματα δανεισμού, την ώρα που το δημόσιο χρέος παραμένει δυσθεώρητο, φτάνοντας το 128,8% του ΑΕΠ το 2027.
Στο μέτωπο της καθημερινότητας, οι παρεμβάσεις της κυβέρνησης αποτελούν σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στη ραγδαία απώλεια της αγοραστικής δύναμης. Η πολυδιαφημισμένη αύξηση του κατώτατου μισθού στα 1.000 ευρώ παραπέμπεται στο μακρινό 2028, αφήνοντας τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα έρμαια στις σημερινές αυξήσεις στο ρεύμα, τα ενοίκια και τα σούπερ μάρκετ.
Παράλληλα, τα επιδόματα και οι ενισχύσεις, όπως η ετήσια αύξηση 400 ευρώ στους συνταξιούχους ή το εφάπαξ επίδομα των 500 ευρώ στους δημοσίους υπαλλήλους τον Δεκέμβριο του 2027, δεν επαρκούν στο ελάχιστο για να αναστρέψουν την οικονομική ασφυξία. Η διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων στο 3,3% για το 2027 αποδεικνύει τελικά ότι η δημοσιονομική πολιτική παραμένει ασφυκτικά σφιχτή, αγνοώντας πλήρως τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.
