Τα τέλη γονατίζουν τις βιοτεχνίες της Αττικής
Είναι έως έξι φορές υψηλότερα σε σχέση με μια αντίστοιχη επιχείρηση δήμου άλλου νομού μόνο και μόνο λόγω της περιοχής εγκατάστασής της
Με τέλη έως και έξι φορές υψηλότερα σε σχέση με μια αντίστοιχη επιχείρηση σε δήμο άλλου νομού της χώρας μπορεί να επιβαρύνεται μία βιοτεχνία της Αττικής μόνο και μόνο λόγω της περιοχής εγκατάστασής της.
- Από τον Βασίλη Παπακωνσταντόπουλο
Τις σημαντικές ανισότητες, τις μεγάλες αποκλίσεις στις χρεώσεις και τις δυσανάλογες επιβαρύνσεις για τις βιοτεχνικές επιχειρήσεις αποτυπώνει η μελέτη που εκπονήθηκε από την εταιρία Netrino Advisory για λογαριασμό του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθήνας.
Εξετάζοντας τους συντελεστές δημοτικών τελών καθαριότητας και φωτισμού του 2026 σε 47 δήμους της Αττικής και 62 διαφορετικές μονάδες τιμολόγησης, η έρευνα καταγράφει σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των δήμων τόσο στους συντελεστές που εφαρμόζονται στις βιοτεχνικές επιχειρήσεις όσο και στη σχέση των χρεώσεων με άλλες επαγγελματικές χρήσεις και κατοικίες.
Παράλληλα, η γεωγραφική θέση μιας επιχείρησης αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για το ύψος των δημοτικών τελών, ακόμα και όταν πρόκειται για αντίστοιχες παραγωγικές δραστηριότητες. Σύμφωνα με το ΒΕΑ, η εικόνα αυτή δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις στις μικρές και μεσαίες παραγωγικές επιχειρήσεις, οι οποίες καλούνται να ανταποκριθούν σε αυξημένες λειτουργικές δαπάνες, χωρίς το ύψος των δημοτικών τελών να συνδέεται απαραίτητα με την πραγματική παραγωγή απορριμμάτων ή τη χρήση των ανταποδοτικών υπηρεσιών.
Στους δήμους με τις υψηλότερες χρεώσεις περιλαμβάνονται ο Ζωγράφου με 11 ευρώ ανά τ.μ., το Χαλάνδρι με 9,54 ευρώ, η Πεντέλη με 8,32 ευρώ, το Μαρούσι με 7,83 ευρώ και ο Αγιος Δημήτριος με 7,31 ευρώ. Στον αντίποδα, οι χαμηλότεροι συντελεστές εντοπίζονται στη Σαρωνίδα με 1,74 ευρώ ανά τ.μ., στον Ασπρόπυργο με 1,82 ευρώ, στην Ανάβυσσο με 1,84 ευρώ, στον Κουβαρά με 1,88 ευρώ και στον Ωρωπό με 2,58 ευρώ. Σε επίπεδο περιφερειακών ενοτήτων, η Δυτική Αττική εμφανίζει τον χαμηλότερο μέσο συντελεστή για τις βιοτεχνίες, στα 3,36 ευρώ ανά τ.μ., ενώ ο Βόρειος Τομέας Αθηνών καταγράφει τον υψηλότερο, στα 6,35 ευρώ ανά τ.μ.
Η οικονομική διάσταση των διαφοροποιήσεων αποτυπώνεται στα ενδεικτικά παραδείγματα που περιλαμβάνει η έρευνα. Για μια μικρή βιοτεχνία επιφάνειας 300 τ.μ., τα ετήσια δημοτικά τέλη κυμαίνονται από 558 ευρώ στον Ασπρόπυργο έως 3.300 ευρώ στου Ζωγράφου, με μέσο όρο περίπου 1.480 ευρώ. Για μια μεσαία βιοτεχνία 1.000 τ.μ. η επιβάρυνση αρχίζει από 1.860 ευρώ στον Ασπρόπυργο και φτάνει έως 12.000 ευρώ στο Χαλάνδρι, με μέσο όρο 5.310 ευρώ. Ακόμα μεγαλύτερες είναι οι διαφορές για εγκαταστάσεις 3.000 τ.μ., όπου το ετήσιο κόστος κυμαίνεται από 5.376 ευρώ στον Σαρωνικό, έως 36.000 ευρώ στο Χαλάνδρι, με μέσο όρο περίπου 16.130 ευρώ.
Με αφετηρία τα ευρήματα της μελέτης, το ΒΕΑ ζητεί την αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου, τη θέσπιση ορίων στις χρεώσεις και τις ετήσιες αυξήσεις, την ειδική αντιμετώπιση της παραγωγικής βιοτεχνίας και τη σταδιακή μετάβαση σε ένα σύστημα στο οποίο οι επιχειρήσεις θα πληρώνουν με βάση τα πραγματικά απόβλητα που παράγουν.
