Το μείζον θέμα της επιστροφής του Αλέξη, εκείνο που οι δημοσιογράφοι αποφεύγουν να ρωτήσουν: από πού η χρηματοδότηση της ξαναζεσταμένης σούπας;
O Αλέξης επιστρέφει. Μπήκε μερικά χρόνια στο βαρέλι με το μούσκιο, μπας και ξεχαστούν οι κασκαρίκες που μας έκανε, και ξαναγυρνά για να κάνει τα ίδια. Ισως και χειρότερα. Η φάση θυμίζει remake («επανεκτέλεση») παλιάς ελληνικής ταινίας αλλά με αισθητική βιντεοκασέτας ή χιλιοστή επανάληψη ελληνικής σειράς που βλέπουν υποχρεωτικά οι βαριεστημένοι παραθεριστές στα πλοία της γραμμής την ώρα του ταξιδιού.
- Από τον Παναγιώτη Λιάκο
Η επανάκαμψη του πάλαι ποτέ τρέντι Αλέξη είναι σαν πολιτικό τουρσί που βγήκε από τη σαλαμούρα της Ιστορίας και επιχειρεί, με γαλλική φινέτσα, παρακαλώ, να πλασαριστεί σαν γκουρμέ σαλατικό σε εστιατόριο με αστέρια Μισελέν. Με μους «επανεκκίνησης», φύλλα «αυτοκριτικής» και περίχυμα «σοσιαλδημοκρατίας».
Θα μου πείτε: Γίνεται; Στην Ελλάδα όλα γίνονται. Εδώ βαφτίσαμε το «ό,τι να ’ναι» «δημιουργική ασάφεια». Γιατί να μη βαφτίσουμε νέο το παμπάλαιο; Αλλωστε, το μενού το γνωρίζουμε. Είναι εκείνες οι αξέχαστες γεύσεις που σημάδεψαν μια εποχή: η σπεσιαλιτέ των Πρεσπών με σος εθνοπροδοτίκ, τα αλ ντέντε capital controls, οι τραγανές κλειστές τράπεζες, το καραμελωμένο χαράτσι της μεσαίας τάξης, τα εξωτικά καύσιμα από Βενεζουέλα. Και για επιδόρπιο, οι «λιαζόμενοι» λαθρομετανάστες της Ομόνοιας, μια πινελιά μεσογειακής ανεμελιάς.
Μνήμη; Ποια μνήμη; Η μνήμη στην πολιτική είναι σαν το μαρούλι: αν δεν το φας γρήγορα, μαραίνεται. Ετσι κι εδώ, σερβίρεται ξανά το ίδιο πιάτο, αλλά με άλλο όνομα. Σου λένε (ο σεμί ντερβίσης Τσίπρας και οι κολαούζοι του): «Δεν ήταν ήττα αλλά εμπειρία. Δεν ήταν κωλοτούμπα, ήταν ευελιξία. Δεν επρόκειτο για φορολογική επιδρομή αλλά αναδιανεμητική δικαιοσύνη». Και ο πελάτης; Ο πελάτης καλείται να πιστέψει ότι αυτή τη φορά το χαλασμένο τουρσί θα είναι… φρέσκο.
Η επιστροφή συνοδεύεται, φυσικά, από το απαραίτητο rebranding (επαναλανσάρισμα). Σαν να παίρνεις ένα λερωμένο σώβρακο και να το στέλνεις στο Παρίσι για σιδέρωμα. Φωτογραφίες με σοβαρό βλέμμα, λέξεις και φράσεις όπως θεσμικότητα, προοδευτική διακυβέρνηση, ευρωπαϊκός προσανατολισμός. Μια πολιτική ανακαίνιση (στις φωτογραφίες, όχι στην ουσία) που θυμίζει ινστιτούτο αδυνατίσματος: πριν και μετά. Πριν: το χάος. Μετά: το ίδιο χάος, αλλά με καλύτερο φωτισμό.
Και εδώ προκύπτει το μείζον ερώτημα, εκείνο που οι δημοσιογράφοι αποφεύγουν να θέσουν: από πού η χρηματοδότηση του εγχειρήματος; Πού βρέθηκαν τα κεφάλαια για ίδρυμα, επικοινωνιακές καμπάνιες, εταιρίες που μας ξανασυστήνουν ένα μενού που δοκιμάσαμε και δηλητηριαστήκαμε; Είναι άραγε θαύμα της οικονομίας ή απλώς άλλη μια περίπτωση όπου το αφήγημα προηγείται της λογικής;
Διότι το rebranding, τα ιδρύματα, τα κόμματα δεν είναι φθηνή υπόθεση. Θέλουν οικήματα, νοίκια, μισθοδοσίες, πληρωμές ΔΕΚΟ, συμβούλους, στρατηγικές, focus groups, ανθρώπους που θα πείσουν ότι το παλιό είναι καινούργιο. Και εδώ έχουμε έναν πολιτικό που κυβέρνησε, δοκιμάστηκε, κρίθηκε, αποδοκιμάστηκε και τώρα επιστρέφει σαν startup (νεοφυής επιχείρηση στα ελληνικά). Με πλάνα αεροπλάνα και χίλιες μύριες υποσχέσεις. Μόνο που το κοινό δεν είναι επενδυτές. Είναι ψηφοφόροι που θυμούνται. Ή τουλάχιστον θα έπρεπε να θυμούνται.
Κι όμως, υπάρχει μια παράξενη οικειότητα σε όλο αυτό. Σαν να ξέρεις ήδη το τέλος της ταινίας, παρ’ όλα αυτά να κάθεσαι να τη δεις. Γιατί; Από περιέργεια; Από συνήθεια; Από έλλειψη καλύτερης επιλογής; Ισως όλα μαζί. Ισως και το άλλο, το ολέθριο που μας υποχρεώνει να πίνουμε το πικρό ποτήρι κάθε ταινίας φλόμπας μέχρι το τέλος. «Αποκλείεται να είναι τόσο χάλια. Μπορεί να φτιάξει στη συνέχεια» σκέφτονται οι πληρώσαντες εισιτήριο για το κακό θέαμα.
Κάπως έτσι θα φτάσουμε στο πρωινό των εκλογών. Εκείνος θα νομίζει ότι θα πάμε να τον ψηφίσουμε ενθουσιωδώς επειδή έπεισε το κωμικοτραγικό επαναλανσάρισμά του. Ευχαριστούμε, δεν θα πάρουμε. Ομως, κάποιοι -γιατί πάντα υπάρχουν κάποιοι- θα τρέξουν στις κάλπες με το ψηφοδέλτιο στα δόντια. Το αίτιο είναι η βαθιά, ανεξήγητη σχέση που έχουμε με τα λάθη μας: τα αναγνωρίζουμε, τα ονειδίζουμε, τα καταριόμαστε και στο τέλος… τα επαναλαμβάνουμε.
Καλή μας όρεξη.
Από τη στήλη «Περι πωλητικης» της «δημοκρατίας»