Καλές οι φρεγάτες που αγοράζουμε από τους Φραντσέζους. Καλές οι συνθήκες. Καλύτερη η αλήθεια
Ηρθε ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν, ξεναγήθηκε στη φρεγάτα «Κίμων» που μας πούλησε η χώρα του, είπε «Ελλάς – Γαλλία, συμμαχία» και μια μερίδα υπεραισιόδοξων (και όχι και τόσο καλά ενημερωμένων περί τα ιστορικά θέματα) Ελλήνων καταχάρηκε.
- Από τον Παναγιώτη Λιάκο
Χάρηκαν διπλά και τρίδιπλα και όταν άκουσαν τον κ. Μακρόν να λέει: «Να μην ξεχνάτε ποτέ πως οι Γάλλοι σάς αγαπούν, η Γαλλία σάς αγαπά. Να μην αμφιβάλλετε ποτέ και όποτε εμφανιστεί κάποιος κίνδυνος ξανά να γνωρίζετε πως θα είμαστε εδώ για εσάς».
Κοντολογίς, το σενάριο που πλάστηκε από τα λόγια Μακρόν έχει ως εξής: Οταν οι Τούρκοι θα έχουν ολοκληρώσει το ακόνισμα της σπάθας τους και τη στρέψουν στα λαρύγγια μας, θα σκάσουν μύτη οι Γάλλοι για να σκοτωθούν για λογαριασμό μας. Δηλαδή, οι Γάλλοι θα τα βάλουν με τους Τούρκους επειδή υπέγραψαν κάποια χαρτιά με την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Τα χαρτιά, όμως, την ώρα της κρίσης δεν λένε τίποτα. Αξίζουν λιγότερο από χρησιμοποιημένη λαδόκολλα που τύλιγε σουβλάκι και δεν κάνουν ούτε για παραμύθια που λέμε στα παιδιά πριν κοιμηθούν.
Οποιος έχει συγγενείς ή φίλους με προγόνους Σμυρνιούς σίγουρα έχει ακούσει για τις αφηγήσεις παππούδων και γιαγιάδων που πάλεψαν για να σώσουν τις ζωές τους τις μαύρες μέρες του 1922. Οι φίλοι και σύμμαχοί μας Αγγλοι, Γάλλοι κι Αμερικανοί πετούσαν απελπισμένους Ελληνες, οι οποίοι αποπειρώνταν να σκαρφαλώσουν στα συμμαχικά πλοία, στη θάλασσα. Τους έριχναν ξυλιές στο κεφάλι, τους έσπαγαν τα χέρια. Μακελεύονταν οι Ελληνες από τα κτήνη του Κεμάλ και οι «σύμμαχοι» (στην καλύτερη περίπτωση) αδιαφορούσαν και στη χειρότερη γλεντούσαν! Στους ευήθεις που ενθουσιάζονται με τα ψέματα των ξένων αφιερώνεται η αφήγηση του Παναγιώτη Μαρσέλου:
«Οταν μπήκαν τα τουρκικά στρατεύματα μέσα στη Σμύρνη και άρχισαν και σκοτώναν και λεηλατούσαν, στα Ταμπάχανα επαρουσιάσθη μια πυρκαγιά. Ετρεξαν οι αντλίες να την σβήσουν αλλά, δυστυχώς, αντί να την σβήσουν την άναβαν περισσότερο· έριχναν πετρέλαια και βενζίνες. Η φωτιά προχωρούσε. Ο κόσμος, που ήταν χωμένος μέσα στα σπίτια, εξαναγκάστηκε και βγήκε στους δρόμους και τραβήξαν όλοι στην παραλία. Στο λεγόμενο Κορδόνι συγκεντρώθηκε όλος ο πληθυσμός. Και εκεί έφταξε η φωτιά.
Από τη μια μεριά και την άλλη του δρόμου είχαν βάλει φωτιές. Οταν έφταξε η φωτιά κι εκεί, ο κόσμος προσπαθούσε να βγει όξω από την πόλη, πηγαίνοντας στην φρουρά κοντά. Οι φρουροί τούς σκοτώναν και δεν τους άφηναν να σπάσουν την ζώνη, να βγούνε όξω και να φύγουν από κει. Από την άλλη μεριά ήταν η φωτιά, δεν μπορούσαν να περάσουν, να φύγουν. Τότε όσοι ξέραν μπάνιο πέφταν στην θάλασσα. Αν τους βλέπαν οι Τούρκοι, τους σκότωναν μέσα εκεί.
Εάν δεν τους βλέπαν, έφταναν στα συμμαχικά πολεμικά καράβια που ήταν αραγμένα και υποστήριζαν τους Ελληνες. Τους άφηναν και σκαρφάλωναν απάνω στα καράβια και μόλις μπαίναν μέσα, τους ξανάριχναν στη θάλασσα. Αλλοι πνιγόντουσαν κι άλλοι έβγαιναν πάλι όξω. Οι Αγγλοι, οι Γάλλοι και οι Ιταλοί καθόντουσαν στα καφενεία και γλεντούσαν». (Από το βιβλίο «Η έξοδος», τόμ. Α΄, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα: 2016, σ. 11-12.)
Από τη στήλη «Περι πωλητικης» της «δημοκρατίας»