Τέλος εποχής για τον Μητσοτάκη. Τα τρία εναλλακτικά πλάνα που υπάρχουν στο τραπέζι, τα μυστικά γκάλοπ για Καρυστιανού και Τσίπρα και το άνοιγμα σε Ανδρουλάκη
- Του Ανδρέα Καψαμπέλη
Μπορεί ο κ. Μητσοτάκης να πασχίζει να κρατηθεί κι άλλο στην εξουσία, αλλά το τέλος εποχής για την πρωθυπουργία του δείχνει να έχει δρομολογηθεί. Καθώς με την είσοδο στο νέο έτος το πολιτικό σκηνικό προετοιμάζεται για μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων, άπαντες βρίσκονται καταρχάς με το όπλο παρά πόδα για τις εκλογές. Οι πρωθυπουργικές διαβεβαιώσεις, μάλιστα, για την άνοιξη του 2027 μοιάζουν περισσότερο με ευσεβείς πόθους, παρά με αντανάκλαση της πραγματικότητας. Κι εκτός από την κοινωνία που σε συντριπτικά ποσοστά, της τάξης του 75%-80%, του έχει γυρίσει την πλάτη, ο κ. Μητσοτάκης θεωρείται ότι έχει κλείσει τον κύκλο του και από τους βασικούς πυλώνες της οικονομικής και επιχειρηματικής ζωής της χώρας.
Στο πλαίσιο αυτό, με την άφιξη του 2026, που -ούτως ή άλλως- θα έχει προεκλογικά χαρακτηριστικά, περνούν σε πρώτο πλάνο πλέον οι διεργασίες και οι προβληματισμοί για τη μορφή που θα έχει η κυβέρνηση της «επόμενης ημέρας», είτε οι κάλπες στηθούν μέχρι την άνοιξη, όπως επιμένουν πολλοί λόγω της επικείμενης διαβίβασης της δεύτερης δικογραφίας του ΟΠΕΚΕΠΕ, είτε μερικούς μήνες αργότερα. Και οι συζητήσεις αυτές στρέφονται γύρω από τα περιθώρια για σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας μεταξύ κομμάτων, «οικουμενικής» από τεχνοκράτες ή υπηρεσιακής για τη διενέργεια νέων εκλογών.
Το νέο δεδομένο που, κατά τις πληροφορίες της «κυριακάτικης δημοκρατίας», υπεισέρχεται στην εξίσωση έχει να κάνει με την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ενωσης που θα αναλάβει η Ελλάδα το δεύτερο εξάμηνο του 2027 και η οποία δεν θα είναι μία από τις συνηθισμένες, αλλά θα έχει να διαχειριστεί στρατηγικής σημασίας θέματα για την Ευρώπη και ασφαλώς και για τη δική μας χώρα.
Ούτως ή άλλως, το θέμα της προεδρίας αναμένεται να επηρεάσει καθοριστικά τις εξελίξεις, διότι η «καυτή πατάτα» της διαπραγμάτευσης για τη συμφωνία του επόμενου κοινοτικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ενωσης για την περίοδο 2028-2034 (από όπου θα προέλθουν τα επόμενα ΕΣΠΑ) θα πέσει στα χέρια της επόμενης ελληνικής κυβέρνησης. Και αυτό γιατί η Ελλάδα θα έχει την προεδρία της Ε.Ε. από τον Ιούλιο έως τον Δεκέμβριο του 2027, ενώ ο κοινοτικός προϋπολογισμός θα πρέπει να έχει συμφωνηθεί σε κοινοτικό επίπεδο έως την 31η Δεκεμβρίου 2027, προκειμένου να τεθεί σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2028.
Η Ελλάδα θα πρέπει επομένως να συντονίσει την πιο δύσκολη, από γενέσεως της ΕΟΚ – Ε.Ε., διαπραγμάτευση για τον νέο κοινοτικό προϋπολογισμό, η οποία χαρακτηρίζεται «σφαγή» μεταξύ ευρωπαϊκού Βορρά και Νότου. Από αυτήν την άποψη θεωρείται μεγάλο πλεονέκτημα και για τη χώρα και τη διαπραγματευτική της θέση η εκλογή του νυν υπουργού Οικονομικών Κυριάκου Πιερρακάκη ως προέδρου του Eurogroup με θητεία 2,5 ετών, η οποία, σε κάθε περίπτωση, εκτείνεται και πέραν της λήξης της θητείας της παρούσας κυβέρνησης.
Κοινός τόπος σε κάθε σενάριο είναι ότι οι επόμενες εκλογές, όποτε κι αν γίνουν, δεν θα δώσουν απόλυτη πλειοψηφία σε κανένα κόμμα. Και στο Μαξίμου ο εκνευρισμός μεγάλωσε το τελευταίο διάστημα, ύστερα και από τη δημόσια (και ορθή) επισήμανση του Ευάγγελου Βενιζέλου, που, ισοπεδώνοντας το πρωθυπουργικό αφήγημα, εξήγησε ότι η Ν.Δ. μπορεί να έχει σημαντική απόσταση από το δεύτερο κόμμα, αλλά η απόστασή της είναι μεγαλύτερη από την αυτοδυναμία.
Η είσοδος στην εποχή των συνεργασιών ενισχύεται, μάλιστα, από την επικείμενη δημιουργία και νέων κομμάτων, που θα εντείνει τη διασπορά της ψήφου. Ειδικό ενδιαφέρον έχει η περίπτωση της Μ. Καρυστιανού, διότι όλες οι μετρήσεις δείχνουν ότι η κάθοδος με δικό της κόμμα θα αυξήσει σημαντικά τη συμμετοχή ψηφοφόρων στις κάλπες, κάτι που θα μειώσει έτι περαιτέρω τα ποσοστά των υπαρχόντων κομμάτων, συμπεριλαμβανομένης και της Ν.Δ., έστω κι αν σε απόλυτους αριθμούς δεν επηρεαστεί ιδιαίτερα η δύναμη του σημερινού κυβερνώντος κόμματος. Χαρακτηριστικό είναι μάλιστα ότι προτού ακόμη ανακοινωθεί το «κόμμα Καρυστιανού» δείχνει να διεμβολίζει το υπάρχον σκηνικό και σε μυστικές έρευνες που έγιναν τις τελευταίες ημέρες του 2025.
Τα ευρήματά τους αποτελούν, όπως πληροφορείται η «κυριακάτικη δημοκρατία», έκπληξη: ο «σκληρός πυρήνας» του (δηλαδή όσοι απαντούν ότι θα το ψηφίσουν οπωσδήποτε) καταγράφεται τουλάχιστον στο 12%, ξεπερνώντας μάλιστα και το υπό δημιουργία κόμμα Τσίπρα, που φαίνεται σε αυτή τουλάχιστον τη φάση να κινείται, αντίστοιχα, μεταξύ 9%-11%. Αυτό μάλιστα φαίνεται ότι συμβαίνει, διότι ένα σημαντικό ποσοστό παλαιών ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ -ιδιαίτερα μετά τον διασυρμό που επιφύλαξε στη νυν ηγεσία, με τον «εξώστη» στην παρουσίαση της «Ιθάκης»- αρνείται τελικά να ακολουθήσει τον τέως πρωθυπουργό. Πρόκειται για την τρίτη έκπληξη των ίδιων μετρήσεων, που ενδεχομένως και να επισφραγίσει τελικά την αυτόνομη πορεία της Κουμουνδούρου έναντι του κ. Τσίπρα.
Σε κάθε περίπτωση, όσο χαμηλότερα είναι τα ποσοστά των κομμάτων την ώρα της κάλπης τόσο γίνεται πιο απόμακρο και άνευ αντικειμένου το ενδεχόμενο επαναληπτικών εκλογών. Ηδη όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν κυβερνήσεις συνεργασίας και η κοινή γνώμη τις αποδέχεται σε ολοένα και υψηλότερα ποσοστά. Σε αυτή την περίπτωση, η κυβέρνηση που θα σχηματιστεί θα είναι κυβέρνηση συνεργασίας και η σύνθεσή της θα εξαρτηθεί από τη δύναμη των κομμάτων και τον συσχετισμό που θα προκύψει στη νέα Βουλή.
Εφόσον επιβεβαιωθεί δε η τάση κανένα κόμμα να μην ξεπεράσει το 20% ή έστω να κυμανθεί γύρω από αυτό, οπότε το εκλογικό σύστημα θα λειτουργήσει ως απλή αναλογική χωρίς μπόνους εδρών, ο προσανατολισμός αυτής της κυβέρνησης και η αριθμητική σύνθεσή της δεν μπορεί να θεωρούνται κάτι δεδομένο εκ των προτέρων. Θα πρόκειται, όπως επισημαίνουν οι αναλυτές, για ένα κυριολεκτικά πρωτόγνωρο τοπίο, τουλάχιστον για τα μεταπολιτευτικά χρονικά.
Θα είναι πάντως μια κυβέρνηση με πολιτικά πρόσωπα προερχόμενα από τα κόμματα που θα την απαρτίζουν και επικεφαλής της δεν πρόκειται να είναι σίγουρα ο κ. Μητσοτάκης, αλλά κάποιο άλλο πολιτικό πρόσωπο κοινής αποδοχής.
Από την πλευρά του, ο κ. Μητσοτάκης, γνωρίζοντας και ο ίδιος ότι, παρά όσα λέει, η αυτοδυναμία είναι ανέφικτη, παίζει όλα τα λεφτά του στο άλλο σενάριο, δηλαδή της υπηρεσιακής κυβέρνησης, προκειμένου να ακολουθήσουν επαναληπτικές εκλογές, με την ελπίδα ότι στον δεύτερο γύρο θα επικρατήσει πόλωση και θα ενισχυθούν τα ποσοστά της Ν.Δ. και θα διατηρηθεί ο ίδιος στο πολιτικό παιχνίδι, εκβιάζοντας εν συνεχεία συνεργασίες στα δικά του μέτρα. Επικεφαλής μιας τέτοιας υπηρεσιακής κυβέρνησης θα αναλάβει, σύμφωνα με το Σύνταγμα, ένας από τους επικεφαλής των τριών ανώτατων δικαστηρίων.
Το άκρως ενδιαφέρον είναι ότι σε αυτή την προσέγγιση συμφωνεί και ο Νίκος Ανδρουλάκης, διατηρώντας την πεποίθηση ότι το ΠΑΣΟΚ θα είναι δεύτερο κόμμα. Στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις του μάλιστα υποστηρίζει ότι η ζημιά από την εμφάνιση νέων κομμάτων θα είναι πολύ μικρή για το ΠΑΣΟΚ και δεν θα του στερήσει τη δεύτερη θέση και την ηγεσία της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ο κ. Ανδρουλάκης θέλει και αυτός σε μια τέτοια περίπτωση -ύστερα από το ενδιάμεσο στάδιο της υπηρεσιακής- να στηθούν δεύτερες κάλπες, για να εδραιώσει, όπως πιστεύει, καταρχάς την κυριαρχία του στο ΠΑΣΟΚ, που τώρα είναι κλονισμένη, αλλά και στην ευρύτερη Κεντροαριστερά, κυρίως έναντι του πιο απειλητικού αυτή τη στιγμή αντιπάλου του, Αλέξη Τσίπρα. Και στο νέο μετεκλογικό σκηνικό θα είναι έτσι ο έτερος πρωταγωνιστής των μελλοντικών εξελίξεων. Αυτή η εκ των πραγμάτων ταύτιση καταγράφεται μάλιστα στον απόηχο του πρόσφατου ανοίγματος του κ. Μητσοτάκη προς τον κ. Ανδρουλάκη, που πυροδότησε και άλλου τύπου σενάρια.
Πήρε θάρρος πάλι ο Στουρνάρας
Τέλος, το τρίτο πλάνο που συζητείται στα παρασκήνια αφορά τον σχηματισμό μιας αμιγώς τεχνοκρατικής κυβέρνησης, η οποία εκβιαστικά, όπως ελπίζεται, θα στηριχθεί από όσο το δυνατόν περισσότερα κόμματα και θα μπορούσε, ως εκ τούτου, να θεωρηθεί οιονεί οικουμενική, προβάλλοντας ως επείγουσα ανάγκη τη διαχείριση της ευρωπαϊκής προεδρίας της επόμενης χρονιάς. Κατά το ίδιο σενάριο, μετά τη λήξη της προεδρίας μπορούν να ακολουθήσουν νέες εκλογές μέσα στους πρώτους μήνες του 2028. Μάλιστα δεν θεωρείται καθόλου τυχαίο ότι έχει ανοίξει εκ νέου η όρεξη του Γ. Στουρνάρα, ο οποίος κατά πληροφορίες φέρεται ότι έχει αναθαρρήσει πάλι πως θα μπορούσε ο ίδιος να επιλεγεί επικεφαλής ενός τέτοιου τεχνοκρατικού σχήματος, που πολλοί, βέβαια, χαρακτηρίζουν -και όχι άδικα- «Φρανκενστάιν»…