Οι κινήσεις για την πρόωρη αποπληρωμή δανείων και η ενίσχυση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας
Το γερμανικό περιοδικό Handelsblatt αναλύει εκτενώς τη στρατηγική του υπουργείου Οικονομικών και του Κυριάκου Πιερρακάκη για την επιτάχυνση της μείωσης του ελληνικού χρέους.
Βασική επιδίωξη είναι η πρόωρη αποπληρωμή δανείων από την εποχή της κρίσης, με στόχο την ενίσχυση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας και την αποφυγή μελλοντικών δυσκολιών.
Όπως επισημαίνεται, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 2030 θα πρέπει να εξομαλυνθεί η δομή των λήξεων των χρεών, προκειμένου να αποφευχθεί τυχόν αύξηση του κόστους εξυπηρέτησής τους και η προοπτική μιας νέας κρίσης χρέους σε δυσμενές σενάριο.
Την προσεχή Δευτέρα, η Ελλάδα προχωρά σε πρόωρη αποπληρωμή δανείων ύψους 6,95 δισεκατομμυρίων ευρώ, που έχουν προέλθει από την αρχή της κρίσης το 2010. Το δανεισμό αυτό περιλάμβανε τη λεγόμενη Ελληνική Δανειακή Διευκόλυνση (GLF), αρχικά σχεδιασμένη για διμερή δάνεια από τα κράτη της ευρωζώνης, συνολικού όγκου 110 δισ. ευρώ. Από αυτά, η χώρα έχει ήδη αποπληρώσει 52,9 δισ. ευρώ, ενώ τα υπόλοιπα δάνεια πρέπει να αποπληρωθούν έως το 2041.
Εντούτοις, από το 2022, η Ελλάδα έχει ήδη αποπληρώσει 26,5 δισεκατομμύρια ευρώ, μέσω ειδικών αποπληρωμών, με τις μεγαλύτερες να αφορούν δόσεις που θα έπρεπε να καταβληθούν το 2029 και από το 2033 έως το 2035.
Η σημερινή απόφαση για την έγκαιρη αποπληρωμή θα χρηματοδοτηθεί από τα αποθεματικά και τα πλεονάσματα του προϋπολογισμού. Ο υπουργός Οικονομικών, Πιερρακάκης, έχει δηλώσει ότι θα εξοφλήσει το υπόλοιπο χρέος των 19,4 δισ. ευρώ έως το 2031, δηλαδή δέκα χρόνια νωρίτερα από την τελική ημερομηνία λήξης.
Η πρόωρη αποπληρωμή θα αποφέρει σημαντικά οφέλη στη Γερμανία, ως τον μεγαλύτερο πιστωτή, η οποία θα επιστρέψει περίπου δύο δισεκατομμύρια ευρώ. Σύμφωνα με δηλώσεις του Πιερρακάκη, η Ελλάδα θα εξοικονομήσει συνολικά 795 εκατομμύρια ευρώ σε τόκους, ενώ η μείωση του χρέους κατά περίπου 2,5 ποσοστιαίες μονάδες θα βελτιώσει την πιστοληπτική της εικόνα.
Με βάση τον μεσοπρόθεσμο σχεδιασμό, το χρέος της αναμένεται να μειωθεί από 146,1% του ΑΕΠ πέρυσι σε 136,8% στο τέλος του 2026. Έτσι, η Ελλάδα πιθανόν να ξεπεράσει την Ιταλία, που προβλέπεται να έχει χρέος 138,6%, και να καταλάβει τη δεύτερη θέση στην ευρωπαϊκή κατάταξη. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας, το ποσοστό αναμένεται να πέσει σε περίπου 115%, επιτρέποντας στην Ελλάδα να ξεπεράσει και τις Γαλλία και Βέλγιο.
Η βελτίωση της αξιολόγησης των οίκων αξιολόγησης θεωρείται κρίσιμη για την περαιτέρω αναχρηματοδότηση. Ο υπουργός Οικονομικών ελπίζει ότι η μείωση του χρέους και η ενίσχυση της πιστοληπτικής ικανότητας θα οδηγήσουν σε αναβαθμίσεις, με την πρόωρη αποπληρωμή να γίνεται ήδη από τον Ιούνιο, αντί για Δεκέμβριο, λόγω των αναθεωρήσεων των πέντε μεγάλων οίκων αξιολόγησης. Με θετικές αξιολογήσεις, η Ελλάδα θα μπορέσει να αντικαταστήσει τα χαμηλότοκα δάνεια βοήθειας με νέες εκδόσεις ομολόγων στις αγορές, προετοιμάζοντας το έδαφος για μια πιο σταθερή οικονομική πορεία.
