Σφοδρές αντιδράσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προκάλεσε η προσπάθεια του πρωθυπουργού να παρουσιάσει με πανηγυρικό ύφος τη νέα πλατφόρμα «PosoKanei» ως λύση απέναντι στην αισχροκέρδεια
Την ώρα που ο εφιάλτης της ακρίβειας εξακολουθεί να εξανεμίζει τα εισοδήματα των ελληνικών νοικοκυριών, ο πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του επιμένουν να αντιμετωπίζουν ένα από τα μεγαλύτερα κοινωνικά προβλήματα της εποχής με επικοινωνιακά πυροτεχνήματα.
- Από τον Κώστα Καββαδία
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε αυτή τη φορά το TikTok για να παρουσιάσει με πανηγυρικό ύφος τη νέα ψηφιακή πλατφόρμα «PosoKanei», επιχειρώντας να πείσει τους πολίτες ότι η λύση απέναντι στην αισχροκέρδεια βρίσκεται σε ακόμα μία εφαρμογή σύγκρισης τιμών.
«Πριν πληρώσεις στο σούπερ μάρκετ μπορείς να ξέρεις πλέον πού είναι πιο φθηνό το καλάθι σου» δηλώνει χαμογελώντας ο πρωθυπουργός, εξηγώντας ότι ο πολίτης μπορεί να μπαίνει στην πλατφόρμα, να αναζητά προϊόντα ή να σκανάρει το barcode τους ώστε να βλέπει «πού πωλείται φθηνότερα» και να συγκρίνει τιμές ανάμεσα σε προϊόντα της ίδιας κατηγορίας. Στη συνέχεια υποστηρίζει ότι «οι τιμές ενημερώνονται σε καθημερινή βάση», προσθέτοντας ότι η εφαρμογή αποτελεί «ακόμα ένα όπλο του καταναλωτή στη μάχη κατά της ακρίβειας» και εκτιμά ανερυθρίαστα ότι η συνεχής σύγκριση τιμών θα «πιέσει την αγορά να γίνει πιο ανταγωνιστική».
Παρότι αναγνωρίζει ότι το μέτρο δεν λύνει το πρόβλημα, σπεύδει να το παρουσιάσει ως μία σημαντική κυβερνητική παρέμβαση, την ώρα που αποφεύγει συστηματικά να αγγίξει τα πραγματικά εργαλεία αντιμετώπισης της ακρίβειας. Η μείωση του ΦΠΑ στα βασικά είδη διατροφής, που εφαρμόστηκε σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, εξακολουθεί να απορρίπτεται. Η ουσιαστική παρέμβαση απέναντι στην αισχροκέρδεια παραμένει ζητούμενο. Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί αποδεικνύονται ανεπαρκείς και οι καταναλωτές συνεχίζουν να βλέπουν το καλάθι τους να αδειάζει πολύ προτού φτάσουν στο ταμείο. Ακόμα πιο αισχρή είναι η προσπάθεια να παρουσιαστεί ως καινοτομία κάτι που ουσιαστικά υπάρχει ήδη εδώ και χρόνια.

Από το 2020
Η εφαρμογή e-Καταναλωτής, η οποία λειτουργεί από το 2020 με ακριβώς την ίδια βασική φιλοσοφία της σύγκρισης τιμών, όχι μόνο δεν κατάφερε να περιορίσει την ακρίβεια, αλλά αποδείχθηκε στην πράξη αδύναμη να επηρεάσει ουσιαστικά την αγορά. Σήμερα η κυβέρνηση επανέρχεται με μια νέα εκδοχή της ίδιας λογικής, επιχειρώντας να τη βαφτίσει ως καινοτόμα λύση.
Οι αντιδράσεις κάτω από την ανάρτηση του πρωθυπουργού ήταν αποκαλυπτικές. Χιλιάδες χρήστες επέκριναν την κυβερνητική πρωτοβουλία, επισημαίνοντας ότι η εφαρμογή ελάχιστα ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες της καθημερινότητας. Τι νόημα έχει, αναρωτιούνται πολλοί, να πληροφορείται ένας καταναλωτής ότι το αλάτι ή το γάλα πωλείται φθηνότερα σε ένα σούπερ μάρκετ της Νάξου από ό,τι σε ένα της Αθήνας, όταν δεν υπάρχει καμία πρακτική δυνατότητα να αξιοποιήσει αυτή την πληροφορία;
Αντίστοιχα, ηλικιωμένοι πολίτες που δυσκολεύονται ακόμα και με τις βασικές λειτουργίες ενός «έξυπνου» τηλεφώνου αποκλείονται ουσιαστικά από τέτοιες ψηφιακές υπηρεσίες, ενώ ακόμα και νεότεροι εργαζόμενοι δύσκολα διαθέτουν τον χρόνο να σαρώνουν barcodes και να συγκρίνουν καθημερινά χιλιάδες τιμές προτού πραγματοποιήσουν τα ψώνια τους.
Η ακρίβεια δεν αντιμετωπίζεται μεταφέροντας το βάρος της έρευνας στον ίδιο τον καταναλωτή. Δεν είναι δουλειά του πολίτη να μετατραπεί σε ελεγκτή της αγοράς ούτε να αφιερώνει ώρες μπροστά σε μια οθόνη για να εξοικονομήσει λίγα λεπτά στο ταμείο. Υποχρέωση της κυβέρνησης είναι να διαμορφώνει τις συνθήκες εκείνες που περιορίζουν τις ανατιμήσεις, ενισχύουν τον ανταγωνισμό με πραγματικές παρεμβάσεις και προστατεύουν το διαθέσιμο εισόδημα.