Αυθεντική, πολυσχιδής και ανήσυχη δημιουργικά, η Ιντρα Κέιν δεν περιορίζεται σε μία μόνο ιδιότητα. Με αφορμή τις φετινές της καλλιτεχνικές διαδρομές, μιλά στο «ENJOY» για όσα την καθόρισαν, όσα την εμπνέουν και όσα εξακολουθεί να ονειρεύεται
- της Μαρίας Ανδρέου
Η εξαιρετική και δυναμική καλλιτέχνις Ιντρα Κέιν, που έχει κλέψει φέτος τα φώτα της δημοσιότητας μέσα από το μουσικό σόου του ΑΝΤ1 «YFSF», είναι γεννημένη και μεγαλωμένη στην Αθήνα, από πατέρα Ουγκαντέζο και μητέρα Ελληνίδα. Γέννημα θρέμμα Κυψελιώτισσα, το υπερηφανεύεται και το δηλώνει με καμάρι στο «ENJOY» της «κυριακάτικης δημοκρατίας». Με σπουδές 15 ετών στον χορό (κλασικό, μπαλέτο και jazz), στη φωνητική, αλλά και με σεμινάρια τραγουδιού, σύνθεσης, ενορχήστρωσης και beatbox στο Ρότερνταμ, στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος Roots & Routes, η Ιντρα ασχολείται επαγγελματικά με τη μουσική και το θέατρο από το 2011 και διαγράφει μια ιδιαίτερα επιτυχημένη πορεία. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί μιλούν για ένα από τα πιο λαμπερά πρόσωπα της νέας γενιάς του θεάματος.
Η ίδια έχει κυκλοφορήσει δύο ολοκληρωμένες δισκογραφικές δουλειές, ενώ έχει συνεργαστεί με σημαντικούς καλλιτέχνες όπως ο Γιώργος Νταλάρας, ο Γιάννης Κότσιρας, ο Φοίβος Δεληβοριάς, ο Πάνος Μουζουράκης, ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, ο Θανάσης Αλευράς κ.ά. Από το 2011 συμμετέχει αδιάκοπα σε σημαντικές θεατρικές παραγωγές όπως η οπερέτα «Η κόρη της καταιγίδας» (2011), τα μιούζικαλ «Rent» (2012), «Fame» (2013), «Annie» (2013), «Priscilla» (2014), «Sweet Charity» (2016) και «Φθηνά τσιγάρα» (2022). Παράλληλα, έχει πρωταγωνιστήσει σε παιδικές παραστάσεις όπως «Το βιβλίο των θρύλων», «Το δέντρο της γνώσης», «Paw Patrol», «Σαν παιδιού φαντασία», «Το παιδί που τόλμησε», «Βουτιά στη Βυθούπολη» και «Ραπουνζέλ χωρίς παραμύθι». Ξεχωριστή θέση στην πορεία της κατέχει και η συμμετοχή της στο τελευταίο ανέβασμα του «Λεωφορείον ο πόθος» (2021) από το Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Θανάση Σαράντου.
Το πανελλήνιο, βέβαια, τη γνώρισε και τη λάτρεψε μέσα από τις τηλεοπτικές σειρές «Εθνική Ελλάδος», «Η τούρτα της μαμάς», τη διεθνή παραγωγή του HBO «Daisy Jones & The Six», αλλά και τις κινηματογραφικές ταινίες «Monday» του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου και «My Big Fat Greek Wedding 3» της Νία Βαρντάλος.
Για χίλιους λόγους η Ιντρα Κέιν είναι μια περφόρμερ που θα μας απασχολήσει πολύ και τα επόμενα χρόνια. Και εμείς χαιρόμαστε ιδιαίτερα που συνομιλήσαμε μαζί της εφ’ όλης της ύλης, σε μια συνέντευξη με αλήθειες, ευαισθησία, χιούμορ και ουσία.
Ιντρα, πώς σου έγινε η πρόταση για το «YFSF»;
Πέρσι έπαιξα στην κωμική σειρά του ΑΝΤ1 «VIΠ – Καλά γεράματα» και είχα μια πολύ καλή συνεργασία με το κανάλι. Οταν επικοινώνησαν μαζί μου για το «YFSF», αποδέχθηκα την πρότασή τους, γιατί μου εξήγησαν όλη τη διαδικασία και ένιωσα ασφαλής. Ναι, έχει πολύ δημιουργικό τρέξιμο και δουλειά, αλλά δίνουμε ευφορία και ψυχαγωγία στον κόσμο. Γιατί το «YFSF» είναι ένα λαμπερό και διασκεδαστικό πρόγραμμα, το οποίο ο Εληνας το έχει ανάγκη, αφού η πραγματικότητα που ζούμε όλοι μας σήμερα είναι πολύ ζόρικη. Το κανάλι είχε την πρόθεση να φτιάξει μια παραγωγή πολύ προσεγμένη, να την αγαπήσουν οι παίκτες, οι κριτές και το κοινό και να βγάζει ευτυχία και όχι μιζέρια. Μέχρι τις αρχές Ιουλίου, λοιπόν, το «YFSF» θα κρατά συντροφιά στους τηλεθεατές.
Μέχρι τώρα έχεις υποδυθεί μεγάλους καλλιτέχνες, όπως η Γαλάνη, η Αλέξια, η Τζάνετ Τζάκσον, ο Μπρούνο Μαρς και πόσους άλλους. Πώς είναι να μπαίνεις στα παπούτσια τους;
Νιώθω πολύ τυχερή γιατί έχω μιμηθεί σπουδαίους καλλιτέχνες και όλο αυτό, ξέρεις, είναι έξω από τα νερά μου. Γιατί, ΟΚ, είμαι τραγουδίστρια, το παλεύω με τη φωνή, αλλά στη μίμηση δεν είμαι ο Τάκης Ζαχαράτος. Για να μιμηθείς κάποιον, πρέπει να έχεις ένα ιδιαίτερο ταλέντο. Προσπαθώ να μην αγχώνομαι με όλη τη διαδικασία και μου αρέσει που μου έχουν τύχει καλλιτέχνες που είναι πολύ κοντά στα ακούσματά μου. Κάποιοι, μάλιστα, ακουμπάνε μουσικά πιο πολύ σε εμένα. Το ενδιαφέρον στο «YFSF» είναι το πώς προσεγγίζουν αυτούς τους σημαντικούς καλλιτέχνες οι ηθοποιοί και πώς τους ζωντανεύουμε εμείς οι τραγουδιστές κάτω από άλλο πρίσμα. Οι πρόβες είναι αλλεπάλληλες και δεν είναι μόνο οι προγραμματισμένες με τη δασκάλα, στη σχολή ή στο στούντιο. Κάνουμε και πολλές πρόβες μόνοι μας, ο καθένας στο σπίτι του. Είναι μια δύσκολη δουλειά, αλλά μην γκρινιάζουμε. Και ποια δουλειά είναι εύκολη; Προσωπικά, χαίρομαι που επέλεξα να κάνω μια δουλειά στη ζωή μου που, για μένα, είναι η καλύτερη δουλειά στον κόσμο. Τραγούδι, μουσική, χορός, υποκριτική, τέχνη. Ολες οι δουλειές έχουν άγχος, κόπο και αρκετές θυσίες από την προσωπική ζωή, αλλά εμένα μου αρέσει.
Είναι δύσκολο να βγάζεις τα λεφτά σου και να πληρώνεις τις υποχρεώσεις σου μέσα από την τέχνη;
Είναι δύσκολο να βιοπορίζεσαι στην Ελλάδα γενικότερα, πόσο μάλλον μέσα από την τέχνη, που έχει μεγάλη αβεβαιότητα. Γιατί λες ΟΚ, για τους επόμενους τρεις μήνες, το καλοκαίρι, με αυτή τη θεατρική περιοδεία θα έχω δουλειά. Τι γίνεται έπειτα από τους τρεις μήνες; Θα χτυπήσει το τηλέφωνο; Αυτόν τον χρόνο θα έχω δουλειά με αυτή την τηλεοπτική σειρά, τον επόμενο θα έχω; Να βάλω κάποια λεφτά στην άκρη, να μην τα χαλάσω όλα, για να μην πιεστώ οικονομικά.
Τελικά, όλο αυτό το στρες το αντέχει η ψυχούλα των καλλιτεχνών και με επιμονή και υπομονή δεν έχω μείνει ποτέ χωρίς δουλειά. Πάντα έρχονται προτάσεις και για συναυλίες και για θεατρικές παραστάσεις. Είμαι ευγνώμων στη ζωή. Αλλά κι εμείς δημιουργούμε την τύχη μας, όταν κυνηγάμε τη δουλειά.
Στον Κήπο του Μεγάρου Μουσικής δώσατε πρόσφατα μια μοναδική συναυλία, με τίτλο «Blue», με τον πιανίστα Θοδωρή Οικονόμου. Τι ωραίο μουσικό ταξίδι ήταν αυτό με Πιαφ, Νίνο Ρότα, Χιούστον, Κοέν αλλά και Τσιτσάνη, Χατζιδάκι , Πρίσλει, Σιμόν, Τζέιμς Μπράουν, με τραγούδια που έχουμε αγαπήσει και έχουμε τραγουδήσει όλοι μας. Η αποδοχή μεγάλη. Τελικά η μουσική είναι παγκόσμια γλώσσα;
Βεβαίως. Η μουσική είναι μια παγκόσμια γλώσσα και έχει κάτι το παιδικό και το ρομαντικό που συγκινεί τους πάντες. Πιστεύω ότι η τέχνη θα σώσει τον άνθρωπο και συγκεκριμένα η μουσική θα μας σώσει. Πραγματοποιήθηκε μια πολύ ωραία συναυλία στον Κήπο του Μεγάρου Μουσικής και γέμισε όλος ο χώρος με νέους και νέες. Πιστεύω ότι η Αθήνα μας είναι μια καλλιτεχνική πόλη και οι κάτοικοί της αγαπούν πολύ τη μουσική και το θέατρο. Και σας το λέω με το χέρι στην καρδιά, γιατί είμαι γέννημα θρέμμα της Κυψέλης, μιας γειτονιάς με πολλά καλλιτεχνικά δρώμενα και πολύ καλλιτεχνικό φως. Η τέχνη δίνει χαρά στον άνθρωπο, τον βγάζει από τη μιζέρια, του δίνει ψυχική ανάταση και τον παρηγορεί. Να το πιστεύουμε: η τέχνη θα μας σώσει!
Σε φλερτάρει αυτό το καλοκαίρι και το θέατρο με το ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου. «Εκκλησιάζουσες – Γυναίκες στην εξουσία» Αριστοφάνης. Περιοδεία σε όλη την Ελλάδα με αττική κωμωδία. Θέμης Μουμουλίδης , σκηνοθεσία. Και ένα δυνατό καστ, με Μαρίνα Ασλάνογλου, Χρήστο Χατζηπαναγιώτη, Κωνσταντίνο Ασπιώτη και πόσους άλλους ακόμα υπέροχους ηθοποιούς κι εσύ στη μέση… Τελικά, Ιντρα, τι μπορεί να συμβεί αν μια μέρα οι γυναίκες αναλάβουν τη διακυβέρνηση της χώρας;
Σπουδαίο το ερώτημα που μας θέτει ο Αριστοφάνης. Εγώ, όμως, θα ρωτούσα κάτι διαφορετικό: πέρα από το φύλο, τι θα συμβεί αν οι άξιοι και οι άξιες αναλάβουν τη διακυβέρνηση της χώρας; Ο σκηνοθέτης μας, ο Θέμης Μουμουλίδης, παίρνει το αρχαίο κείμενο του Αριστοφάνη, το οποίο έχουμε διαβάσει όλοι μας, και χωρίς πρόθεση διδαχής στήνει, πρώτα απ’ όλα, μια όμορφη παράσταση για το καλοκαίρι φέρνοντάς τη στο σήμερα. Οι «Εκκλησιάζουσες» είναι μια πολύ όμορφη κωμωδία του Αριστοφάνη, που βάζει τις γυναίκες στην εξουσία. Εκείνες κυβερνούν με γνώμονα τη ζωή και θέτουν ως στόχο την ειρήνη και όχι τον πόλεμο. Μέχρι σήμερα, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε όλο τον κόσμο, δεν βλέπουμε πολλές γυναίκες στην πολιτική, παρότι είναι ισάξιες με τους άνδρες. Για μένα, όμως, στην πολιτική, πέρα από το δίπολο άνδρας – γυναίκα, σημασία έχει να κυβερνούν ο άξιος και η άξια. Η Ελλάδα έχει περάσει πολύ δύσκολα χρόνια από τα Μνημόνια και μετά, την πανδημία και τώρα την ακρίβεια. Χρειάζεται πολλή δουλειά να γίνει στην πολιτική, στην οικονομία και την κοινωνία. Ας λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Συγκλονιζόμαστε κάθε φορά με τις γυναικοκτονίες στην Ελλάδα. Και πραγματικά γιατί δεν υιοθετούμε τη λέξη; Τον όρο; Αφού γυναικοκτονίες είναι. Τι θα γίνει με αυτό το κακό; Πώς θα αντιμετωπίσουμε τη βία που ασκεί ο δυνατός στον αδύνατο μέσα στην οικογένεια;
Πώς βλέπεις την ελληνική κοινωνία σήμερα;
Υπάρχει πολύ θυμός. Αυτό συζητάμε με τους φίλους μου. Ο κόσμος έχει φοβερό θυμό και ξεσπά ο ένας στον άλλον. Υπάρχει βία. Υπάρχουν νεύρα στον δρόμο. Ο Ελληνας πιέζεται οικονομικά και ξεσπά. Δεν έχει ελεύθερο χρόνο. Δεν του αρέσει η ζωή του. Ναι, αλλά πρέπει να παραδεχτεί, επιτέλους, ότι κάτι δεν πάει καλά, γιατί τώρα βρίσκεται σε άρνηση, και να προσπαθήσει να το αλλάξει πολιτικά. Τι τον θυμώνει; Τι τον κάνει να τρελαίνεται; Ας το εντοπίσει και ας το αλλάξει με την ψήφο του. Μόνο έτσι θα εξελιχθούμε και θα φύγουμε από τον θυμό. Πρέπει να γίνουμε πιο εξελιγμένα μοντέλα, καλύτεροι άνθρωποι. Πώς θα γίνει αυτό; Πάντως όχι με το να παίζουμε ξύλο επειδή κάποιος μας πήρε το πάρκινγκ ή με το να πλακωνόμαστε, κάνοντας σούζες με τις μηχανές στα φανάρια, μέσα στην πόλη. Πρέπει αυτή την ακρίβεια που μας δυναστεύει στα ενοίκια και στο σούπερ μάρκετ να την πολεμήσουμε μαζικά και να πάρουν οι κυβερνώντες το μήνυμα. Μόνο έτσι θα δούμε μια αισθητή διαφορά. Είναι εκλογική χρονιά. Ας δείξουμε μια συλλογικότητα ως λαός. Να δείξουμε μέσα από συγκεντρώσεις στην εξουσία τι δεν μας αρέσει, να αντισταθούμε από το πιο μικρό έως το πιο μεγάλο. Εχουμε ξεχάσει ότι έχουμε δύναμη. Η δύναμη των αριθμών είναι μεγάλη. Και πλέον στην Ελλάδα μας οι φτωχοί, αυτοί που δεν έχουν, είναι οι περισσότεροι. Αρα δεν έχουμε μικρή δύναμη.
Φοβάσαι την επέλαση της Τεχνητής Νοημοσύνης, των ρομπότ, πιστεύεις ότι θα μας πάρουν τη δουλειά;
Τα ρομπότ είναι το μέλλον. Είναι μηχανές και δημιουργήθηκαν για να βοηθήσουν τον άνθρωπο, όχι για να τον αντικαταστήσουν. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι θα αντικαταστήσουν τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος δημιούργησε τα ρομπότ και τους βάζει λογισμικό. Θα τα έχει στην υπηρεσία του. Πιστεύω ότι θα είναι βοηθητικά, τόσο στο σπίτι όσο και στην εργασία. Το κάθε πράγμα που φτιάχνει ο άνθρωπος, αν το χρησιμοποιήσει σωστά, μόνο καλό έχει να πάρει από αυτό. Θέλω να βλέπω τα πράγματα φωτεινά στη ζωή και με αισιοδοξία. Η τεχνολογία κάνει άλματα. Εχει δώσει τόσες ηλεκτρικές συσκευές στον άνθρωπο που έχουν αλλάξει τη ζωή του και την έχουν κάνει πιο εύκολη.
Δεν θα με πείραζε καθόλου να έχω ένα ρομπότ να μου καθαρίζει το σπίτι κι εγώ να κάνω απερίσπαστη πρόβα για τη θεατρική μου παράσταση. Ετσι εξοικονομώ χρόνο.
Ιντρα, έχεις κάνει ένα podcast που έχει κάνει θραύση. Πώς σου ήρθε η ιδέα για την εκπομπή «Η κυρία με τα μπρόκολα»;
Ολα άρχισαν με την ενασχόλησή μου με το ραδιόφωνο. Εκεί μου είπαν να κάνω ένα podcast και να μιλήσω για όλα αυτά που με απασχολούν: για τις προσωπικές σχέσεις, για το σώμα των γυναικών, για τις δίαιτες και τη διατροφή. Πάντα με βασάνιζε η εικόνα μου. Από μικρή έκανα χορό και τα κιλά μου, το σώμα μου γενικότερα, με προβλημάτιζαν. Οταν μπήκε στη ζωή μας το body positivity και η ιδέα ότι είναι θετικό για το σώμα και την ψυχολογία μας να αποδεχόμαστε τον εαυτό μας, είπα ότι, ως μια κοπέλα που έκανε πολλές δίαιτες στη ζωή της και έχει φάει πολύ μπρόκολο, θα κάνω μια εκπομπή που θα έχει τίτλο «Η κυρία με τα μπρόκολα». Το είδα ως κάτι πολύ ψυχοθεραπευτικό. Πρόθεσή μου, και έτσι έγινε τελικά, ήταν να συζητήσουμε και να εκφραστούμε ανοιχτά για όλα αυτά που μας απασχολούν: από τα κιλά μας και το σώμα μας, μέχρι τις σχέσεις μας και το σεξ, και να λέμε αλήθειες. Ετσι άρχισα μια εκπομπή για τις διαφορετικές και πολλές δίαιτες που έχω κάνει κατά καιρούς, οι οποίες είχαν σχεδόν πάντα ως βασικό συστατικό το μπρόκολο. (γέλια)
Αλλά και το ερωτικό κομμάτι καταλαμβάνει χώρο στις εκπομπές σου…
Ναι, γιατί τη νέα γενιά την απασχολούν πολύ οι διαπροσωπικές σχέσεις. Τις ερωτικές σχέσεις τις συζητώ πολύ με τους φίλους μου. Αυτό που μου κάνει φοβερή εντύπωση είναι ότι όλοι θέλουμε να είμαστε σε σύνδεση, να έχουμε μια ερωτική σχέση, έναν δεσμό, αλλά αυτό συχνά δεν επιτυγχάνεται. Γνωρίζουμε άτομα μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα και τα dating apps, αλλά τα απορρίπτουμε πολύ εύκολα. Από την εμφάνιση, από την πρώτη συνομιλία, για το οτιδήποτε. Με τη μία, cancel. Ακυρο. Είμαστε σε αυτή τη φάση. Και όλα αυτά γίνονται με ελάχιστα λόγια. Δεν μου αρέσεις, πάμε στον επόμενο. Πολλή απόρριψη χωρίς προσπάθεια. Δεν δίνουμε ευκαιρίες. Δεν γνωρίζουμε τους ανθρώπους σε βάθος. Από μία φωτογραφία μπορεί να κρίνουμε αν μας αρέσει ή δεν μας αρέσει ο άλλος.
Αλλά αν δεν βγούμε ένα ραντεβού, πώς θα καταλάβουμε την ενέργειά του, την αύρα του, το χιούμορ του; Αυτό οι παλαιότερες γενιές, με το ποτό και το φλερτ στο μπαρ, το είχαν. Υπήρχε η μαγεία του φλερτ, της αύρας, της διεκδίκησης, της χαράς, του αστείου. Η γενιά μου εξακολουθεί, πάντως, να βγαίνει για ποτό, αλλά και πάλι δύσκολα μιλάει ο ένας στον άλλον και αυτό είναι αδιανόητο. Ετσι στρέφονται ξανά στα dating apps, όπου μας απασχολεί το φίλτρο της τέλειας εικόνας: να μη φανεί η ραγάδα, τα κιλά, η ρυτίδα. Είναι πολύ δύσκολο να ξεφύγει ο καθένας μας από όλο αυτό και να βρει την ισορροπία του.
Ποια άλλα θέματα σε απασχολούν στην εκπομπή σου;
Η πόλη μας, η Αθήνα. Η Αθήνα δεν είναι μια καθαρή πόλη, το κέντρο είναι πολύ βρόμικο και το έχουν εγκαταλείψει. Πας στα νησιά μας διακοπές και βλέπεις ότι στις Κυκλάδες μετά τη διασκέδαση της νύχτας υπάρχουν κάδοι γεμάτοι σκουπίδια και εικόνες ακαταστασίας. Το πρωί, όμως, βλέπεις τους ιδιοκτήτες, τις νοικοκυρές, τον δήμο να τα μαζεύουν όλα, να καθαρίζουν, να ασβεστώνουν. Είναι θέμα ατομικής ευθύνης. Βλέπεις τις γιαγιάδες να βάφουν ξανά από την αρχή λευκά τα πεζούλια. Είναι θέμα καθαριότητας, ομορφιάς και αισθητικής. Δεν μαζεύουμε τις ακαθαρσίες των ζώων στο άλσος, δεν πετάμε τα σκουπίδια από τα πάρκα στους κάδους, ούτε το κουτί από την πίτσα και την μπίρα μετά το φαγοπότι με τους φίλους στο παγκάκι. Γιατί; Την Κυψέλη την αποκαλώ «Κυψελάρα». Είναι ο τόπος μου, τον αγαπώ και τη θέλω πιο καθαρή, γιατί έχει ωραία μαγαζιά, όμορφα κτίρια. Τη ζω από μικρή και είναι μια καλλιτεχνική γειτονιά με προοπτική και ουσία.
Από πότε κατάλαβες ότι έχεις έφεση στις τέχνες;
Α, από πολύ μικρή. Από τότε που μπήκα στη χορωδία του σχολείου. Από μικρή έλεγα ότι ήθελα να γίνω τραγουδίστρια, ηθοποιός, να παίζω σε ταινίες. Από μικρή ασχολούμουν με το χορό, με τις θεατρικές ομάδες. Οι γονείς μου δεν μου χαλούσαν χατίρι, ήταν ομάδα, έβλεπαν την έφεσή μου στην τέχνη.
Πώς γνωρίστηκαν οι δικοί σου;
Ωραία ιστορία. Ο πατέρας μου είναι από την Ουγκάντα και είχε έρθει στην Ελλάδα για να σπουδάσει στη Σχολή Ευελπίδων. Η μητέρα μου, φοιτήτρια τότε, είχε βγει με τους φίλους της στο Green Park, στο Πεδίον του Αρεως. Γνωρίστηκαν μέσω κοινών φίλων κι έτσι άρχισε η σχέση τους. Ο μπαμπάς μου έμεινε στην Ελλάδα. Οι γονείς μου παντρεύτηκαν, έκαναν οικογένεια και ήταν πολύ αγαπημένοι. Δυστυχώς, δεν έχω πάει ακόμη στην Ουγκάντα για να δω τις ρίζες του μπαμπά μου, αλλά ούτε και στη Δράμα, στο χωριό της μαμάς μου, και θα το ήθελα πολύ. Οσο μεγαλώνεις, ψάχνεις τις ρίζες σου. Είναι μια προσωπική διαδικασία αυτογνωσίας και εξέλιξης.
Είσαι μια γυναίκα που δεν της χαρίστηκε τίποτε. Ετρεξες πολύ σε ακροάσεις, σε οντισιόν, σε σεμινάρια στο εξωτερικό… Το ήθελες πολύ αυτό που κάνεις;
Πάρα πολύ. Παρακολούθησα μαθήματα μουσικής στο Ρότερνταμ και πέρασα από ακρόαση. Η πρώτη μου, θυμάμαι, ήταν για το Φεστιβάλ Αθηνών. Μια φίλη μου μού είπε για μια οντισιόν οπερέτας και τελικά με πήραν. Μετά ήρθαν η μία οντισιόν μετά την άλλη και ακολούθησαν πολύ καλές θεατρικές συνεργασίες σε μεγάλα θέατρα, όπως το Παλλάς. Η αγαπημένη μου θεατρική παράσταση, όμως, παραμένει το «Μίξερ». Ηταν μια δουλειά που αγάπησα πολύ.
Πήρες όμως με το σπαθί σου και ρόλο στην ταινία «Γάμος αλά ελληνικά», με τη Νία Βαρντάλος. Πώς έγινε αυτό;
Εμαθα ότι θα γυριζόταν αυτή η ταινία στην Ελλάδα ι έστειλα το απαραίτητο υλικό και το βιογραφικό μου. Η Νία Βαρντάλος με επέλεξε. Ημουν προσωπική της επιλογή. Αρχισαν τα γυρίσματα της ταινίας στην Αθήνα και ήταν από τις πιο όμορφες μέρες της ζωής μου. Μαγικές μέρες. Η Νία Βαρντάλος είναι τόσο καλός και ανοιχτός άνθρωπος. Τόσο επιτυχημένη παγκοσμίως και ταυτόχρονα τόσο απλή και γενναιόδωρη. Μάλιστα, μου πήρε και η ίδια ένα δώρο, μια πράξη που με συγκίνησε βαθιά. Γιατί μέσα από αυτή τη συνεργασία δημιουργήθηκε μια πολύ όμορφη φιλία μεταξύ μας και αυτή η κίνησή της με άγγιξε ιδιαίτερα.
Ποιος άλλος επιτυχημένος καλλιτέχνης στην Ελλάδα στο εξωτερικό σε έχει ενθουσιάσει ως άνθρωπος;
Ο Γιώργος Νταλάρας είναι στόφα άλλης εποχής. Πολύ ευγενικός άνθρωπος. Επαγγελματίας, με μια παιδικότητα, με φοβερή ενέργεια πάνω στη σκηνή, με αγάπη για τους νέους μουσικούς, με ανθρωπιά. Δουλευταράς. Θέλει να περνάει καλά ο κόσμος, να τον ευχαριστεί. Ο Νταλάρας είναι ένα σχολείο. Το καλύτερο σχολείο. Δάσκαλος.
Εχεις γνωρίσει, Ιντρα, στη χώρα μας ρατσισμό;
Εγώ γεννήθηκα στην Ελλάδα, από Ελληνίδα μητέρα και πατέρα από την Ουγκάντα. Η γλώσσα μου, οι συνήθειές μου, τα πάντα ήταν ελληνικά. Το χρώμα μου δεν αποτέλεσε ποτέ ζήτημα, γιατί ήμουν Ελληνίδα. Δεν ένιωσα ποτέ διαφορετική. Μεγάλωσα με το ελληνικό κομμάτι της οικογένειάς μου, στο σχολείο, στις δραστηριότητες, στα φροντιστήρια, στα χόμπι. Ο πατέρας μου λάτρεψε την Ελλάδα και παρότι μου μιλούσε για την Ουγκάντα, για τη μουσική της και τα φαγητά της, η Ελλάδα ήταν η χώρα μου. Στην Ελλάδα έδωσα πανελλαδικές, εδώ ήταν η καθημερινότητά μου. Τα παιδιά που έχουν μητέρα ή πατέρα από την Ελλάδα αφομοιώνονται κυρίως από την ελληνική πραγματικότητα, αφού εδώ ζουν και μεγαλώνουν. Είναι, όμως, μεγάλος και ο ρόλος του ελληνικού πολιτισμού, της παιδείας, της γλώσσας, της κουλτούρας και της Ιστορίας. Δεν είχα ποτέ προβλήματα με το χρώμα μου. Και αν υπήρξαν κάποια περιστατικά, όταν ήμουν μικρή, τα συζητούσαμε στο σπίτι. Ωστόσο, δεν θυμάμαι να ήταν κάτι που με απασχόλησε ιδιαίτερα ή κάτι που το ζήσαμε έντονα ως οικογένεια. Για μένα η Ελλάδα είναι η χώρα μου και η οικογένειά μου παλεύει και εργάζεται εδώ. Μου φαίνεται πολύ παράξενο στις μέρες μας να υπάρχουν διαχωρισμοί για το χρώμα, τη θρησκεία, τον σεξουαλικό προσανατολισμό ή τη γλώσσα. Δεν το κατανοώ. Είμαστε όλοι άνθρωποι που παλεύουμε σε αυτή τη γη για μια καλύτερη ζωή, με παιδεία, αγάπη, πολιτισμό και αξίες όπως ο σεβασμός και η ελευθερία. Θεωρώ ότι η τέχνη θα σώσει τον κόσμο. Το λέω και το ξαναλέω. Και επειδή εμένα μου αρέσει πολύ η μουσική, θα πω ότι η μουσική θα σώσει τον κόσμο.
