Πέθαναν ο Στέφανος Μάνος (1), ο Γιάννης Βαρβιτσιώτης (2), πέρυσι ο Κώστας Σημίτης (3), ο Αλέκος Φλαμπουράρης (4) και άλλοι τινές. Αν διαβάσεις τις νεκρολογίες και τις πάρεις στα σοβαρά, θ’ αρχίσεις να πιστεύεις ότι λίγο να ζούσαν ακόμα και θα παίρναμε την Πόλη, θα βγάζαμε λεφτά με ουρά, θα ταξιδεύαμε στα άστρα, θα βρίσκαμε το ελιξίριο της αθανασίας. Τόσο καλοί ήταν, τόσο καινοτόμοι, τόσο μπροστά από τον καιρό τους.
Τι περίεργο… Τόσοι καλοί με τόσο κακά αποτελέσματα; Ο πληθυσμός μειώνεται ραγδαία, η χώρα εποικίζεται από αφροασιατικούς πληθυσμούς, οι πόλεις βρομούν και ζέχνουν, η ακρίβεια έχει… ταβανιάσει, οι νέοι την έχουν κοπανήσει από την Ελλάδα. Μα, πώς γίνεται αυτό; Με τους καλύτερους είχαμε τα χειρότερα αποτελέσματα;
Φαντάσου να μην άξιζαν κιόλας οι πεφωτισμένοι της πολιτικής. Αν δεν μας εξουσίαζαν τόσα χρόνια, τώρα οι ξένοι θα μας πουλούσαν στα σκλαβοπάζαρα της Λιβύης (ναι, λειτουργούν κανονικότατα σκλαβοπάζαρα εκεί). Ποιος να φταίει που πήγαν τόσο άσχημα τα πράγματα; Τη μόνη απάντηση την έχω διαβάσει στο ποίημα του Κώστα Βάρναλη «Οι Μοιραίοι».
Αξίζει να το διαβάσετε:
Μες στην υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισές
(απάνω στρίγκλιζε η λατέρνα)
όλ’ η παρέα πίναμ’ εψές·
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.
Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής.
Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Οσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.
Ηλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ’ άσωτ’ ουρανού!
Ω! της αυγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!
Του ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό·
τ’ άλλου κοντόημερ’ η γυναίκα
στο σπίτι λιώνει από χτικιό·
στο Παλαμήδι ο γιος του Μάζη
κι η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.
– Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
– Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
– Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
– Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; Ποιος φταίει; Κανένα στόμα
δεν το ’βρε και δεν το ’πε ακόμα.
Ετσι στη σκότεινη ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας έβρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!
Από τη στήλη «Περι πωλητικης» της «δημοκρατίας»

