Ενα πολύ σημαντικό βήμα στον τομέα της αναγεννητικής ιατρικής έκανε μια διεθνής ομάδα ερευνητών, η οποία κατάφερε να βελτιώσει την υγεία της καρδιάς σε ανθρώπους που πάσχουν από καρδιακή ανεπάρκεια, με θεραπεία «έξυπνων» βλαστικών. Είναι η πρώτη φορά που χρησιμοποιούνται βλαστικά κύτταρα τα οποία λαμβάνουν την εντολή να επιδιορθώσουν στοχευμένα ένα όργανο. Η δοκιμή έγινε σε ασθενείς από το Βέλγιο, τη Σερβία και την Ελβετία. Οι ασθενείς χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Η πρώτη ομάδα έλαβε τη συμβατική θεραπεία που χρησιμοποιείται για την καρδιακή ανεπάρκεια, ενώ η δεύτερη έλαβε και τη συμβατική θεραπεία αλλά και τα βλαστικά κύτταρα. Για τη δημιουργία τους οι επιστήμονες αφαίρεσαν μυελό των οστών από το ισχίο των ασθενών και στη συνέχεια απομόνωσαν τα βλαστικά κύτταρα, τα οποία τοποθέτησαν σε ένα κοκτέιλ πρωτεϊνών, για να τα μετατρέψουν σε δείκτες καρδιακής ανάπτυξης. Στο τελικό στάδιο τα κύτταρα που δημιουργήθηκαν τοποθετήθηκαν στην καρδιά των ασθενών. Τα αποτελέσματα της πρωτοποριακής κλινικής δοκιμής δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό έντυπο του Αμερικανικού Κολεγίου Καρδιολογίας (Journal of the American College of Cardiology). Εξι μήνες μετά την κυτταρική θεραπεία, η ομάδα που την έλαβε εμφάνισε βελτίωση κατά 7% στο κλάσμα εξώθησης της καρδιάς, δηλαδή στην ικανότητα που έχει η καρδιά να αδειάζει αίμα σε κάθε συστολή της. Η πρώτη ομάδα, από την άλλη πλευρά, δεν εμφάνισε καμία ορατή αλλαγή. «Τα κύτταρα υποβλήθηκαν σε μια πρωτοποριακή επεξεργασία, ώστε να βελτιωθεί η ικανότητα “επιδιόρθωσης” των βλαβών της καρδιάς» εξήγησε ο Αντρέ Τέρτζιτς, κύριος συγγραφέας της νέας μελέτης και διευθυντής του Κέντρου Αναγεννητικής Ιατρικής της Κλινικής Μayo, και προσέθεσε: «Η καινούργια αυτή μελέτη μας μάς βοηθά να προχωρήσουμε πέρα από την έννοια της επιστημονικής φαντασίας σε ό,τι αφορά την έρευνα στα βλαστικά κύτταρα, παρέχοντας κλινικές ενδείξεις για μια νέα προσέγγιση στην καρδιαγγειακή αναγεννητική ιατρική».
Μετά τη θεραπεία οι ασθενείς παρουσίασαν καλύτερη φυσική κατάσταση και ήταν σε θέση να καλύπτουν μεγαλύτερες αποστάσεις περπατώντας. «Το όφελος ήταν σημαντικό» σημείωσε ο δρ Τέρτζιτς.


