Εχει παραγγείλει ήδη δύο και σύμφωνα με τον Νταβούτογλου θα αποκτήσει συνολικά 100 αξίας περίπου 16 δισ. δολλαρίων!
Η προκλητική εξωτερική πολιτική της ανέκαθεν συνοδευόταν από εξοπλιστικούς εντυπωσιασμούς. Αλλωστε, για την Αγκυρα πάντα τα όπλα αποτελούσαν έξτρα «διαπραγματευτικό» ατού, όταν, αψηφώντας το Διεθνές Δίκαιο, επιδίωκε να απλωθεί – είτε γεωγραφικά είτε διπλωματικά.
Στην κατεύθυνση αυτή συνεχίζει βέβαια να κινείται το ισλαμοσυντηρητικό καθεστώς της Τουρκίας, το οποίο, όπως ανακοίνωσε χαρακτηριστικά προχθές το βράδυ, αποφάσισε να παραγγείλει επιπλέον τέσσερα καταδιωκτικά αεροπλάνα F-35 από την αμερικανική εταιρία Lockheed Martin. Αεροσκάφη που έρχονται ουσιαστικά να προστεθούν στα δύο που έχει ήδη παραγγείλει η Αγκυρα.
«Η Τουρκία προβλέπεται να αγοράσει συνολικά 100 μαχητικά αεροπλάνα F-35. Εχουμε ήδη παραγγείλει δύο στο πλαίσιο αυτό. Αποφασίσαμε τώρα να παραγγείλουμε επιπλέον τέσσερα» δήλωσε χαρακτηριστικά, μιλώντας προς τους δημοσιογράφους, ο πρωθυπουργός Αχμέτ Νταβούτογλου, έπειτα από σχετική συνεδρίαση στο υφυπουργείο Αμυντικής Βιομηχανίας. Οσο για το συνολικό κόστος του συμβολαίου; Υπολογίζεται στα 16 δισ. δολάρια!
Καθύστερήσεις
Το φιλόδοξο πρόγραμμα του αεροπλάνου F-35, στο οποίο συμμετέχει η Τουρκία μαζί με άλλες οκτώ χώρες και τις ΗΠΑ, έχει καταγράψει καθυστερήσεις και υπερβολικά κόστη, που το έχουν καταστήσει το ακριβότερο εξοπλιστικό πρόγραμμα στην ιστορία του αμερικανικού Πενταγώνου.
Εξάλλου, ο Τούρκος πρωθυπουργός Αχμέτ Νταβούτογλου ανακοίνωσε ότι οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται για την αγορά πυραύλων εδάφους – αέρος μεγάλου βεληνεκούς, ένα συμβόλαιο το ύψος του οποίου υπολογίζεται σε περίπου 3 δισ. ευρώ.
Η Αγκυρα είχε αρχικά προκαλέσει εντάσεις στις σχέσεις της με τη Δύση, καθώς είχε προκρίνει για την αγορά αυτή την κινεζική επιχείρηση China Precision Machinery Export-Import Corporation (CPMIEC), μετά την επιβολή αμερικανικών κυρώσεων επειδή παραβίασε το εμπάργκο στις πωλήσεις όπλων στο Ιράν και στη Συρία.
Λόγω των εντονότατων επικρίσεων -αλλά και των πιέσεων- που δέχτηκε από τους εταίρους της στο ΝΑΤΟ, όμως, η ισλαμοσυντηρητική κυβέρνηση επανέλαβε τις διαπραγματεύσεις με τους ανταγωνιστές της κινεζικής εταιρίας, μεταξύ των οποίων είναι και η γαλλοϊταλική Eurosam.



