Ο Βέλγος οικονομολόγος Ε. Τουσέν εξήγησε τι θα ερευνήσει η Βουλή και πως θα προκύψει το πόρισμα
Στις «αμυντικές» μίζες και τις μίζες από την ολυμπιακή προετοιμασία του 2004 στρέφει την προσοχή του ο Βέλγος οικονομολόγος και επιστημονικός συντονιστής των ερευνών για το ελληνικό δημόσιο χρέος Ερίκ Τουσέν. Σε συνέντευξή του σε βελγική εφημερίδα και σε ερώτημα για την επιτροπή που συνέστησε η Βουλή των Ελλήνων, εκτίμησε ότι πιθανότατα η έρευνα θα οδηγηθεί σε αποκάλυψη σκανδάλων στον τομέα των αμυντικών δαπανών και στη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων.
Στη συνέντευξη στην εφημερίδα «La Libre Belgique» επισημαίνεται ότι η σύσταση της επιτροπής ήταν προεκλογική υπόσχεση του ΣΥΡΙΖΑ και ότι η ελληνική κυβέρνηση σκοπεύει να αξιοποιήσει τα αποτελέσματα που θα εξαχθούν μέχρι τον Ιούνιο, όταν θα ανοίξει ξανά ο διάλογος με τους δανειστές.
Ο Ερίκ Τουσέν, που είναι εκπρόσωπος της Επιτροπής Διαγραφής του Χρέους στον Τρίτο Κόσμο, συμμετέχει στην ομάδα Ελλήνων και ξένων εμπειρογνωμόνων που θα πραγματοποιήσει ενδελεχή έρευνα στο ελληνικό χρέος. Στην ομάδα αυτήν θα είναι επιστημονικός συντονιστής.
Και πιο πίσω
Ενδιαφέρουσα είναι η απάντησή του στο ερώτημα αν το ελληνικό χρέος μπορεί να θεωρηθεί «παράνομο, επονείδιστο και απεχθές»: «Δεν μπορώ να προκαταλάβω τα συμπεράσματα που θα καταθέσουν οι 15 εμπειρογνώμονες τον Ιούνιο. Τους τρεις πρώτους μήνες θα επικεντρωθούμε στην περίοδο 2009-2015. Μετά θα γυρίσουμε πιο πίσω στον χρόνο, για να καταλάβουμε πώς προκλήθηκε αυτό το χρέος, εξετάζοντας τις αγορές όπλων, αλλά και το κόστος των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 2004».
Πάντως, λεπτό σημείο στην όλη έρευνα αποτελεί ο διαχωρισμός του γεγονότος από τη διαχείρισή του: άλλο οι αμυντικές ανάγκες της χώρας και άλλο οι «αμυντικές» μίζες, όπως και άλλο η ανάληψη της διοργάνωσης Ολυμπιακών Αγώνων και άλλο οι «ολυμπιακές» μίζες. Ο Ερίκ Τουσέν υποστηρίζει ότι «θα βασιστούμε σε νομικά επιχειρήματα, εκφέροντας άποψη σχετικά με τη νομιμοποίηση, νομιμότητα, βιωσιμότητα, ακόμη και τον απεχθή χαρακτήρα του ελληνικού χρέους».
Τέλος, σημείωσε ότι η Ελλάδα δανείστηκε (Μάιος 2010) από 14 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης χωρίς καν να συμβουλευτεί τη Βουλή.
