Με μελανά χρώματα αποτυπώνεται η πορεία της ελληνικής οικονομίας στα στοιχεία που συγκεντρώνει η Alpha Bank, καθώς η ανάπτυξη περιορίστηκε στο 1,9% το δεύτερο τρίμηνο του 2026, οι επενδύσεις έχασαν ταχύτητα και η ακρίβεια συνέχισε να πιέζει τα εισοδήματα. Η επίδοση κάτω από το 2% αποδυναμώνει το κυβερνητικό αφήγημα περί ισχυρής ανάπτυξης, αναδεικνύοντας τις δυσκολίες της οικονομίας να αποκτήσει μεγαλύτερη δυναμική.
Η υποχώρηση από το 2% του πρώτου τριμήνου καταγράφεται ενώ η χώρα χρειάζεται υψηλότερους ρυθμούς για να καλύψει το επενδυτικό κενό και να ενισχύσει ουσιαστικά το βιοτικό επίπεδο. Με τις τιμές να ανεβαίνουν, η περιορισμένη αύξηση του ΑΕΠ αφήνει στενά περιθώρια βελτίωσης της καθημερινότητας των νοικοκυριών. Ο εθνικός πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 3,8% τον Αύγουστο. Στο δεύτερο τρίμηνο, η μέση ετήσια αύξηση των τιμών έφτασε το 5%, έναντι 3% στο πρώτο, εντείνοντας την πίεση στην αγοραστική δύναμη.
Οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν κατά 5,5%, προσθέτοντας νέα εμπόδια στην απόκτηση κατοικίας. Παρά την επιβράδυνση από το 6,6% του προηγούμενου τριμήνου, η στέγαση εξακολουθεί να ακριβαίνει, πάνω σε ήδη επιβαρυμένες τιμές. Η αύξηση του όγκου του λιανικού εμπορίου, χωρίς καύσιμα και λιπαντικά, περιορίστηκε στο 3,2% το δεύτερο τρίμηνο, από 5% στο πρώτο. Στην ιδιωτική οικοδομική δραστηριότητα η άνοδος του όγκου υποχώρησε στο 9,8%, έναντι 6,04%.
Η μεταποιητική παραγωγή αυξήθηκε κατά 2,5% στο επτάμηνο, ενώ οι νέες εγγραφές επιβατηγών αυτοκινήτων ενισχύθηκαν κατά 2,6% στο οκτάμηνο. Η πιστωτική επέκταση προς τον ιδιωτικό τομέα υποχώρησε στο 7,1% τον Αύγουστο, από 7,8%. Η χρηματοδότηση των επιχειρήσεων αυξήθηκε κατά 9%, έναντι 2,4% των νοικοκυριών. Τα καταναλωτικά δάνεια ενισχύθηκαν κατά 6,1%, ενώ τα στεγαστικά κατέγραψαν αύξηση μόλις 1,1%.
«Φρένο» και στις επενδύσεις
Ο ρυθμός αύξησης των επενδύσεων περιορίστηκε σχεδόν στο μισό, στο 6,1%, από 12,1% το πρώτο τρίμηνο. Η επιβράδυνση αφορά έναν κρίσιμο παράγοντα για την ενίσχυση της παραγωγής και δημιουργεί ερωτήματα για τη δυναμική της οικονομίας στους επόμενους μήνες. Στο εξωτερικό εμπόριο οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 3,7%, έναντι 2,2% των εξαγωγών, επιβαρύνοντας τη συμβολή του στην ανάπτυξη. Η ιδιωτική κατανάλωση ενισχύθηκε κατά 1,7%, από 0,2%, ενώ η αύξηση της δημόσιας κατανάλωσης υποχώρησε στο 1%, από 3,9%.

