Οταν παραβιάζεται το τυπικό και προσφέρονται σε ακατάλληλα πρόσωπα οι γνώσεις, το μυστήριο… αναχωρεί
«Το όνομα του ιεροφάντη εκείνης της εποχής δεν είναι επιτρεπτό να αναφέρω… ανήκε στο γένος των Ευμολπιδών. Προέβλεψε την καταστροφή των ναών και ολόκληρης της Ελλάδος, και ακόμη ότι μετά τον θάνατό του θα γινόταν κάποιος ιεροφάντης που δεν θα είχε το δικαίωμα να λάβει το ιερατικό αξίωμα, διότι αφενός ήταν
αφιερωμένος στην υπηρεσία άλλων θεών και θα είχε δώσει όρκο να μη λάβει αξίωμα, παρά μόνο σε ναούς αυτών των θεών. Ούτε επίσης, όπως προέβλεψε, θα μπορούσε να λάβει το αξίωμα διότι δεν θα ήταν ούτε καν Αθηναίος. Προέβλεψε ακόμη ότι επί των ημερών του το ιερό της Ελευσίνας θα ισοπεδωνόταν και θα καταστρεφόταν. Ετσι το τέλος των μυστηρίων θα λάμβανε τέλος πριν από τον θάνατό του. Ετσι συνέβησαν όλα πραγματικά. Σύντομα ένας πολίτης των Θεσπιών έγινε ιεροφάντης, ένας πιστός του Μίθρα, και σύντομα όλα τα δεινά συνέβησαν… Ο Αλάριχος με τους βαρβάρους του πέρασαν τις Θερμοπύλες… και από αυτήν την Πύλη της Ελλάδος, με την ασέβεια των ανθρώπων που τον ακολουθούσαν με τους φαιούς χιτώνες που έφεραν, κατέστρεψαν τον ναό».
Ευνάπιος, Βίοι Φιλοσόφων και Σοφιστών, 7, 3, όπως παρατίθεται στο «Περί Ελευσινίων Μυστηρίων – Μέσα από τα κείμενα της αρχαίας Ελληνικής και Μεσαιωνικής Γραμματείας», σε επιμέλεια σειράς και σχολιασμό Α. Ν. Χαραλαμπάκου, εκδόσεις Εύανδρος, σελ. 76.
Προτού γίνει μνεία στον τερματισμό των ύπατων μυστηρίων της Ελευσίνος, που τελούνταν από την Εποχή του Χαλκού και τα οποία αναφέρει και ο Ευνάπιος (Ελληνας σοφιστής και ιστορικός του 4ου αιώνα μ.Χ.), πρέπει να σχολιαστεί η εμμονή της ράτσας του Αλάριχου να φορά φαιούς χιτώνες και να καταστρέφει τα όσια και τα ιερά άλλων εθνών και φυλών, δίχως μέχρι σήμερα να έχει κατορθώσει να καθιερώσει δικούς της τρόπους, ήρωες, τελετές και πολιτισμικά συστήματα γενικώς παραδεκτά, σταθερά και αναλλοίωτα. Προσπαθούν, ή έτσι πιστεύουν ότι κάνουν, αλλά δεν δημιουργούν. Δεν φτιάχνουν κάτι άξιο λόγου. Ελάχιστες είναι οι εξαιρέσεις των προσώπων στα γερμανικά φύλα που αναγνωρίζονται ως γνήσιοι δημιουργοί, κι αυτοί άντλησαν φως από τα παιχνιδίσματα που έκανε ο ήλιος στα ελληνικά τοπία.
Λίγες αντανακλάσεις Ελληνισμού αντίκρισαν και φωταγωγήθηκαν τα σκότη τους, έστω προσώρας. Οι αιώνες περνούν αλλά το φαιό ένδυμα των Γότθων, των Βησιγότθων, των Τευτόνων και των συγγενών με αυτούς βαρβάρων, λεκιασμένο με το αίμα αθώων, παραμένει. Οι λαοί που ξέβρασαν οντότητες σαν τον Αλάριχο ως άθροισμα ενέργειας και αλληλεπίδρασης με ανώτερες συλλογικές διάνοιες και διαδρομές έχουν μπορέσει μέχρι σήμερα μόνο να συγκεντρώσουν κλοπιμαία ύλη και κουρσεμένη ισχύ άλλων. Δύνανται επίσης να προκαλούν φόβο, που γέννησε η ροπή τους στον φόνο. Οχι και τόσο… γοητευτικό ως «βιογραφικό σημείωμα» ενός έθνους που έχει την αυταπάτη ότι μπορεί να ηγείται του κόσμου.
Μίασμα
Ωστόσο, το ζήτημα που αναφέρει ο Ευνάπιος και αναλύεται από εκτενέστατη βιβλιογραφία είναι άλλο και αφορά το πώς δημιουργήθηκε ένα τεράστιο, άλυτο αίνιγμα, ενώ στην ελληνική αρχαιότητα ήταν μια ευκαιρία για την απόλυτη ανακάλυψη. Πώς τα Ελευσίνια Μυστήρια από ευκαιρία πρόσβασης σε αποκαλυπτική γνώση του έξω κόσμου, της κάτω σφαίρας και του έσω εαυτού έγιναν γρίφος. Ο Ευνάπιος μας δείχνει τις τρομερές συνέπειες στην παραβίαση των θεσμοθετημένων και καθαγιασμένων κανόνων στην τέλεση της λατρείας και των μυστηρίων. Τα Ελευσίνια Μυστήρια, ένα από τα μυστικά των μυστικών της ανθρωπότητας, τερματίστηκαν στον τόπο που τα εισήγαγε στον παγκόσμιο πολιτισμό λόγω της βεβήλωσής τους! Κλείνει τον κύκλο της παρουσίας και της διαθεσιμότητάς του μέχρι να ξεκαθαρίσει το τοπίο και μέχρι η αρετή των αρμοστών προσώπων, που θα φέρει ο καιρός, να τελέσει τον καθαρμό του μιάσματος.
Τα Ελευσίνια άρρητα των αρρήτων στο άδυτο των αδύτων παραδόθηκαν στην εποπτεία ενός ακατάλληλου προσώπου. Ηταν μη Αθηναίος, μιθραϊστής, δηλαδή ευρισκόμενος εκτός της πίστεως των Ελλήνων. Η έλευση ενός δολοφόνου πλιατσικολόγου βαρβάρου όπως ο Αλάριχος ήταν θέμα χρόνου. Πάντοτε της καταστροφής προηγείται η βεβήλωση, η εκχώρηση των ιερών και οσίων σε πρόσωπα που δεν μετέχουν της πίστεως και των τρόπων των πολλών. Ο νοών νοείτω.
Παναγιώτης Λιάκος

