Τα επίσημα δεδομένα της ΕΛΣΤΑΤ καταγράφουν μια σταδιακή μείωση της θνησιμότητας κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, η οποία ενδεικνύει ευνοϊκές αλλαγές στα δημογραφικά χαρακτηριστικά του πληθυσμού. Ο συνολικός αριθμός ατόμων που απεβίωσαν μεταξύ του τέλους Δεκεμβρίου και του μέσου Ιουλίου φθάνει τις 64.952, από τις οποίες 32.969 αφορούν άνδρες και 31.983 γυναίκες.
Η σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους αποκαλύπτει ότι ο αριθμός θανάτων μειώθηκε κατά 893 περιπτώσεις, γεγονός που αντιστοιχεί σε ποσοστιαία μείωση 1,4%. Το στοιχείο αυτό διαφέρει σημαντικά όταν συγκρίνεται με τον πολυετή μέσο όρο των εξαμήνων αυτών για τα προηγούμενα έξι χρόνια. Η απόσταση από τον ιστορικό μέσο όρο της περιόδου 2020-2025 είναι σχετικά μεγαλύτερη, με μείωση ύψους 4.065 θανάτων, δηλαδή 5,9% κάτω από τις 69.017 περιπτώσεις που αποτελούσαν τον μέσο δείκτη.
Η ανάλυση της θνησιμότητας ανά εβδομάδα αποκαλύπτει σημαντικές διακυμάνσεις κατά τη διάρκεια του εξαμήνου. Οι περίοδοι με τις πιο έντονες μειώσεις στη θνησιμότητα παρουσιάστηκαν κατά τη δεύτερη μισή του Φεβρουαρίου και τις αρχές Μαρτίου, όπου υπήρξαν μειώσεις που κυμαίνονταν μεταξύ 10% και 14%. Αντίθετα, τέσσερις περίοδοι δύο εβδομάδων επέδειξαν αυξημένα επίπεδα θνησιμότητας, με την πιο σημαντική άνοδο να καταγράφεται κατά το τελευταίο εικοσιτετράωρο του Μαΐου, όπου τα ποσοστά ανόδου ξεπέρασαν το 12%.
Στο επίπεδο των ηλικιακών διαστημάτων, η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά. Το σύνολο των 18 ηλικιακών κατηγοριών παρουσιάζει μικρή προς τα κάτω τάση, με 13 ομάδες να καταγράφουν μειώσεις, 5 ομάδες να επιδεικνύουν αυξήσεις και μία ομάδα να παραμένει στάσιμη. Οι πιο αισθητές μειώσεις εστιάζονται στις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες του πληθυσμού, ιδίως στους πολίτες ηλικίας 85 έως 89 ετών, όπου καταγράφηκαν 318 λιγότεροι θάνατοι σε σχέση με το 2025.
Ακολουθούν σε σημασία οι μειώσεις στην ομάδα 75-79 ετών (188 περιπτώσεις) και στους νεότερους ηλικιακά συνταξιούχους (60-64 ετών, με 164 λιγότερες καταγραφές). Παράλληλα, η μόνη ηλικιακή ομάδα που παρουσίασε ιδιαίτερη αύξηση είναι αυτή των 70-74 ετών, όπου διαγράφηκαν 103 επιπλέον περιπτώσεις.
Από γεωγραφική άποψη, το φαινόμενο της μειωμένης θνησιμότητας δεν κατανέμεται ομοιόμορφα στο σύνολο της επικράτειας. Ενώ οχτώ περιοχές της χώρας κατέγραψαν ελάττωση του αριθμού θανάτων, πέντε περιοχές είχαν ανοδικές τάσεις.
Τα μεγαλύτερα οφέλη από τη μείωση αυτή συγκεντρώνονται σε πολυπληθείς περιοχές, με την Αττική να είναι η περιοχή που καταγράφει τη σημαντικότερη αποτέλεσμα με 362 λιγότερες θανάτους έναντι του προηγούμενου έτους. Η Θεσσαλία και η Στερεά Ελλάδα ακολουθούν αμέσως με μειώσεις 196 και 155 θανάτων αντίστοιχα. Αντιθέτως, η Δυτική Μακεδονία αποτελεί την περιοχή με τη πιο έντονη ανοδική κίνηση, καταγράφοντας 104 επιπλέον περιπτώσεις θνησιμότητας κατά το αντίστοιχο εξάμηνο.
