Κυμαίνονται μεταξύ 384 και 768 ευρώ για πλήρη και μειώνονται περαιτέρω σε περίπτωση αναπηρίας ή πρόωρης εξόδου
Πετσοκομμένες» προσωρινές συντάξεις θα δίνει ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ) σε εφαρμογή του νόμου Κατρούγκαλου. Οι προσωρινές συντάξεις για πλήρη σύνταξη κυμαίνονται μεταξύ 384 και 768 ευρώ και μειώνονται περαιτέρω σε περίπτωση αναπηρίας ή πρόωρης συνταξιοδότησης, ενώ ειδικά για τους υπαγόμενους στην ασφάλιση του ΟΓΑ έχουν ως κατώτατο πλαφόν τα 307,20 ευρώ.
Δεδομένου ότι εκκρεμούν στα συρτάρια του ΕΦΚΑ περισσότερες από 95.000 αιτήσεις συνταξιοδότησης εδώ και δύο χρόνια, αντιλαμβάνεται κανείς ότι όλοι αυτοί οι ασφαλισμένοι θα πρέπει να επιβιώσουν με την προσωρινή σύνταξή τους ώσπου να τους απονεμηθεί η κύρια.
Υπενθυμίζεται ότι για τους μισθωτούς η προσωρινή σύνταξη αντιστοιχεί στο 50% του μέσου όρου των μηνιαίων αποδοχών τους, ενώ για τους αυτοαπασχολουμένους στο 50% του μέσου μηνιαίου εισοδήματος.
Εγγραφο
Σύμφωνα με έγγραφο της διοίκησης του ΕΦΚΑ, επιτρέπεται η χορήγηση προσωρινής σύνταξης όταν θεμελιώνεται αυτοτελές συνταξιοδοτικό δικαίωμα μόνο με τον χρόνο ασφάλισης σε ελληνικό ασφαλιστικό φορέα.
Οπως σημειώνεται, η χορήγηση προσωρινής σύνταξης αφορά αιτήσεις συνταξιοδότησης οι οποίες κρίνονται με τον νέο τρόπο υπολογισμού της σύνταξης που θεσπίζεται με τον Ν. 4387/2016. Μεταξύ άλλων, προβλέπεται ότι δεν χορηγείται προσωρινή σύνταξη όταν λαμβάνεται ταυτόχρονα και άλλη κύρια σύνταξη για την ίδια αιτία (οριστική ή προσωρινή) ή έχει υποβληθεί αίτηση συνταξιοδότησης για τη χορήγηση προσωρινής σύνταξης.
Συνεπώς, δεν είναι δυνατή η καταβολή προσωρινής σύνταξης στον συνταξιούχο, λόγω γήρατος, σε περίπτωση που λαμβάνει ή πρόκειται να λάβει άλλη σύνταξη, λόγω γήρατος (οριστική ή προσωρινή), ενώ μπορεί να χορηγηθεί προσωρινή σύνταξη, λόγω γήρατος, στον συνταξιούχο που λαμβάνει σύνταξη λόγω αναπηρίας ή θανάτου. Αξίζει να σημειωθεί ότι προσωρινή σύνταξη καταβάλλεται μέσα σε διάστημα δύο μηνών από την κατάθεση της αίτησης συνταξιοδότησης και κατ’ απόλυτη προτεραιότητα στους δικαιούχους που είναι άτομα με αναπηρία (τουλάχιστον 50%), με χρόνιες παθήσεις και στους γονείς και νόμιμους κηδεμόνες που προστατεύουν άτομα με αναπηρία ή για όσους συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις του ν. 612/1977.



