Υπό αυστηρές προϋποθέσεις και με πολλές «παγίδες» χορηγείται η εθνική σύνταξη στους νέους συνταξιούχους. Μπορεί επικοινωνιακά το υπ. Εργασίας να την εμφανίζει ως «δίχτυ ασφαλείας» για όλους τους απόμαχους της εργασίας, όμως η αλήθεια είναι ότι για να λάβει κάποιος ολόκληρη την εθνική σύνταξη των 384 ευρώ θα πρέπει να είναι 67 ετών, με 20 χρόνια ασφάλισης (ή 6.000 ημέρες ασφάλισης) και να έχει συμπληρώσει 40 έτη διαμονής στην Ελλάδα. Με τους όρους αυτούς, πολλές κατηγορίες ασφαλισμένων θα λάβουν πολύ λιγότερα από 384 ευρώ τον μήνα, που είναι η υποτιθέμενη βάση της εθνικής σύνταξης, όπως ΑμεΑ με αναπηρία μικρότερη του 80%, ασφαλισμένοι που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα στη μέση του εργασιακού τους βίου και όσοι φεύγουν με μειωμένη σύνταξη γήρατος. Πιο συγκεκριμένα:
1 Τα ποσοστά αναπηρίας για τα οποία προβλέπονται μειώσεις στο ποσό των 384 ευρώ ορίζονται από 67% έως 79,99% (χορηγείται το 75% της εθνικής σύνταξης) και από 50% έως 66,99% (χορηγείται το 50% της εθνικής σύνταξης). Σε περίπτωση νέας κρίσης από τις αρμόδιες υγειονομικές επιτροπές, το ύψος της εθνικής σύνταξης αναπροσαρμόζεται.
2 Για κάθε χρόνο που υπολείπεται των 40 ετών διαμονής στην Ελλάδα μεταξύ του 15ου έτους της ηλικίας και του έτους όπου συμπληρώνεται το όριο ηλικίας καταβολής της σύνταξης λόγω γήρατος, το ποσό της εθνικής σύνταξης μειώνεται κατά 1/40. Π.χ., ασφαλισμένος που εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα 40 ετών θα λάβει σύνταξη με 15ετία στο 67ο έτος της ηλικίας του. Το ποσό της εθνικής σύνταξης πάνω στο οποίο θα υπολογιστεί η μείωση του 1/40 θα είναι το ποσό των 345,60 ευρώ, το οποίο θα μειωθεί κατά 13/40 (13 είναι τα έτη που υπολείπονται έως τη συμπλήρωση των 40 ετών διαμονής) και θα διαμορφωθεί στα 233,28 ευρώ.
3 Στις περιπτώσεις καταβολής μειωμένης σύνταξης λόγω γήρατος (σε όριο ηλικίας μικρότερο από το προβλεπόμενο για πλήρη) το ποσό της εθνικής σύνταξης καταβάλλεται μειωμένο κατά 1/200 για κάθε μήνα (6% ανά έτος) που υπολείπεται του αντίστοιχου ορίου ηλικίας πλήρους συνταξιοδότησης. Π.χ., με 15ετία το μειωμένο ποσό της εθνικής σύνταξης είναι 345,60 μείον 12%, δηλαδή 304,12 ευρώ, για δύο έτη πριν από τη συμπλήρωση του πλήρους ορίου (δηλαδή, σε ηλικία 65 ετών).

