Ολοι στρέφονται κατά του Μητσοτάκη, αλλά καμία πολιτική ομάδα δεν τραβάει! Επικρατούν διχασμός και αδυναμία μπροστά στο πολιτικό κενό
- Γιώργος Χατζηδημητρίου
Ολοι στην Κεντροαριστερά συμφωνούν ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη πρέπει να φύγει. Τα δύσκολα αρχίζουν από τη στιγμή που τίθεται το ερώτημα «Και ποιος να έρθει;». Η κατάσταση στον ευρύτερο όσο και κατακερματισμένο χώρο θυμίζει τον προπονητή αποδεκατισμένης επαρχιακής ομάδας που στρέφει απεγνωσμένα το βλέμμα στον πάγκο κι απελπίζεται ακόμα περισσότερο όταν συνειδητοποιεί ότι δεν έχει ρεζέρβες της προκοπής να ρίξει στο παιχνίδι. Αυτή η παρατεταμένη αδράνεια, μοιραία, όπως παρατηρεί η πολιτική αγορά, καταλήγει να λειτουργεί υπέρ του σημερινού πρωθυπουργού, ώστε να εμφανίζεται σε ένα ισχνό μεν, αλλά ακόμα συμπαγές τμήμα ψηφοφόρων σαν παράγοντας σταθερότητας…
Στις μετρήσεις όταν εμφανίζεται το δίλημμα «Μητσοτάκης ή χάος;», το 70% των ανθρώπων διαλέγει το «Χάος». Ο άνθρωπος αυτός προκαλεί αποστροφή.
Στις ίδιες μετρήσεις ο κόσμος δηλώνει ότι θα ήταν καλό να ενωθεί η διάσπαρτη Κεντροαριστερά. Αυτό, εντούτοις, δεν συμβαίνει. Γιατί, όπως σχολιάζεται ειρωνικά εκτός των κομματικών ρετιρέ, στη «γειτονιά» έχουν μαζευτεί πολλά «βατράχια» που νομίζουν πως είναι «πρίγκιπες» και κανένας δεν αφήνει εύκολα την καρέκλα.
Αυτό που δεν διαβάζουν αφετέρου οι άκρως επισφαλείς και αντιδεοντολογικές, όπως διεξάγονται, μετρήσεις, και γι’ αυτό ίσως, όπως προβλέπουν κάποιοι εγκρατείς, δεν θα ξέρουνε στο πολιτικό σύστημα «από πού θα τους έρθει το βράδυ των εκλογών», είναι όλοι αυτοί οι αθόρυβοι που θα πάνε στην κάλπη και «θα ρίξουνε Καρυστιανού». Για να τιμωρήσουν. Στα κομματικά επιτελεία ξορκίζουν από τώρα το συναίσθημα, αλλά, κακά τα ψέματα, η πολιτική χωρίς αυτό μοιάζει με άνυδρο τόπο πληκτικών επαναλήψεων.
Τι δείχνουν οι πρώτες αντιδράσεις, σύμφωνα με ψύχραιμους παρατηρητές του κεντροαριστερού χώρου; Αν μέχρι χθες η Καρυστιανού ήταν ένα αποδεκτό ηθικό βαρόμετρο, καταδικασμένο να αίρει ισοβίως ένα πένθος μεσίστιο, σήμερα, που παίρνει θέση στην εκλογική αφετηρία, συνιστά έναν επικίνδυνο ανταγωνιστή, ο οποίος καταργεί τη μονοπωλιακή διαχείριση της οργής που προκάλεσε το συλλογικό τραύμα των Τεμπών και διεκδικεί να εκπροσωπήσει αυθεντικά τον κόσμο που βγήκε στους δρόμους, δίνοντας πολιτική έκφραση στο υπόρρητο αίτημα «Ως εδώ!».
Πολλά, βεβαίως, θα κριθούν στη συνέχεια από τις προγραμματικές θέσεις που θα παρουσιάσει, τα πρόσωπα που θα τις υποστηρίξουν και την «αντοχή των υλικών», με τα οποία θα οικοδομήσει το κόμμα της.
Για την ώρα, όπως αναγνωρίζουν, πέτυχε να κατεβάσει στους δρόμους νεολαία και ανθρώπους που δεν είχαν πολλές παρτίδες με την πολιτική, πιστεύοντας μέσα τους, όπως άλλωστε και η ίδια, στο ισοπεδωτικό και εν πολλοίς άδικο συμπέρασμα «όλοι το ίδιο είναι».
«Πρόκειται για θέση με αδρανή πολιτικά χαρακτηριστικά» ψελλίζουν ορισμένοι στην Κεντροαριστερά, περισσότερο για να κρύψουν τη δική τους αδυναμία να πείσουν και να εμπνεύσουν τους ψηφοφόρους με ένα συναρπαστικό αφήγημα που θα γοητεύσει εκ νέου την πόλη.
Αυτό που συμβαίνει, για παράδειγμα, στο ΠΑΣΟΚ δεν οφείλεται σε κάποιο υπερτροφικό «εγώ» ή την εκδήλωση μιας υπερβολικής μεγαλομανίας. Υπηρετεί, όπως σημειώνουν στα κομματικά γραφεία, έναν πολύ συγκεκριμένο σχεδιασμό του Νίκου Ανδρουλάκη για κόμμα μικρομεσαίο, σε ρόλο μπαλαντέρ, για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας με τη Ν.Δ., η οποία θα είναι μεν πρώτο κόμμα, αλλά εξόριστη από τη γη της αυτοδυναμίας.
Παρά την ισχυρή πίεση από τον Χάρη Δούκα, ο οποίος ζητά να εγκριθεί δεσμευτικό ψήφισμα στο συνέδριο στα τέλη Μαρτίου ότι το ΠΑΣΟΚ δεν πρόκειται να συνεργαστεί με τη ΝΔ υπό οιανδήποτε ηγεσία, ο Ν. Ανδρουλάκης δηλώνει αμφίσημα πως όλα θα κριθούν από τους συσχετισμούς της κάλπης.
Την ίδια ώρα, η εκπρόσωπος της «δεξιάς πτέρυγας» και επικεφαλής Πολιτικού Σχεδιασμού Αννα Διαμαντοπούλου παρατηρεί ότι «θα ήταν αυτοκτονικό να πούμε από τώρα ότι θα συνεργαστούμε με την κυβέρνηση» και προσθέτει, δίχως να κρύβει τις προτιμήσεις της, ότι «στα συνέδρια λες αυτά που θα κάνεις, όχι τι δεν θα κάνεις»…
Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα του προέδρου είναι η περιχαράκωση σε έναν παλιομοδίτικο ηγεμονισμό, που αντιστοιχεί σε εποχές όπου το ΠΑΣΟΚ ήταν ο άλλος πόλος του συστήματος. Σύμπαν το σημιτικό ΠΑΣΟΚ έχει μεταναστεύσει στην αυλή του Μαξίμου, έναντι παροχής γενναιόδωρων ανταλλαγμάτων, αλλά ο Ν. Ανδρουλάκης εξακολουθεί να τα βάζει με τον ΣΥΡΙΖΑ.
Το θέμα, λένε και πολλοί στο ΠΑΣΟΚ, δεν είναι ότι καταντά πληκτικά προβλέψιμος και μονότονος. Αναχαιτίζει τις διαθέσεις ενός προοδευτικού ακροατηρίου, για το οποίο πλέον δεν αποτελεί επιλογή αυτό το δεξιό ΠΑΣΟΚ που διαγκωνίζεται για τα μάτια των «ακροκεντρώων» με το νεοφιλελεύθερο κόμμα Μητσοτάκη, που έχει απομακρυνθεί από τις ρίζες, αλλοιώνοντας τον χαρακτήρα της λαϊκής Δεξιάς.
Το χαρτοφυλάκιο της επιδιωκόμενης αμφίπλευρης διεύρυνσης έχει ανατεθεί στον πολύπειρο Κώστα Σκανδαλίδη, αλλά τα αποτελέσματα είναι πενιχρά, γιατί συνολικά το «μαγαζί» φαίνεται να έχει αδιάφορο ρεπερτόριο κι ο αρχηγός «δεν τραβάει». Η Νίνα Κασιμάτη, που σχεδόν εκλιπαρεί να τη δεχτούν πίσω, κι ο Ευάγγελος Αποστολάκης δεν είναι σε καμία περίπτωση «μεταγραφές αεροδρομίου»…
Τέτοια θα ήταν ενδεχομένως μια συνεργασία με τον πρόεδρο της ΝΕ.ΑΡ. Αλέξη Χαρίτση, στον οποίον ήδη από το 2023 επιδαψιλεύει επαινετικά σχόλια ο Ν. Ανδρουλάκης. Υπ’ όψιν ότι η ΝΕ.ΑΡ. πραγματοποιεί τέλη του μηνός το συνέδριό της, το οποίο μοιάζει με ξεκαθάρισμα λογαριασμών, με την πλειοψηφία της Κ.Ε., που ελέγχεται από τον Γαβριήλ Σακελλαρίδη, και την ξεθωριασμένη «Ομπρέλα», και δύσκολα θα βγει ενωμένη…
Οι Τσίπρας και ο αγώνας επιβίωσης του ΣΥΡΙΖΑ
Οι μετρήσεις δείχνουν ότι κανένα κόμμα της Κεντροαριστεράς δεν συνιστά λύση. Και ο Α. Τσίπρας έχει τώρα να ανταγωνιστεί νέους παίκτες και με μια στάσιμη κοινωνική δυναμική που χωλαίνει. Δεν θα αναστείλει τον βηματισμό του, λένε οι δικοί του, υποστηρίζοντας ότι από το «Παλλάς» είχε προβλέψει τα επερχόμενα. Από την άλλη, ανοίγει ταχύτερα τα χαρτιά του. Και βέβαια εγκαινίασε ήδη έναν πόλεμο φθοράς κατά του ΠΑΣΟΚ, υποδεχόμενος στελέχη «με πρόσωπο» στην κοινωνία και θυμίζοντας πως όταν ήρθε το 2ο Μνημόνιο, όπως κι όταν μπήκε λουκέτο στην ΕΡΤ, γραμματέας του ΠΑΣΟΚ ήταν ο Ν. Ανδρουλάκης.
Οσο για τον ΣΥΡΙΖΑ, η σκέψη όλων συγκεντρώνεται στο όριο της κοινοβουλευτικής επιβίωσης. Οι εκκλήσεις του Σ. Φάμελλου για ενότητα πέφτουν στο κενό -λίγοι δίνουν σημασία σε θορυβώδεις «μικρούς»- και το μέλλον αόρατο. Στην πολιτική, όπως συνήθως και στη ζωή, όπως στρώνει κανείς κοιμάται…