Στη βαθύτερη χαρτογράφηση των κινήσεων και των επαφών του 27χρονου που βρέθηκε νεκρός στη Νέα Πέραμο επικεντρώνονται οι αξιωματικοί του Τμήματος Ανθρωποκτονιών, επιχειρώντας να ξετυλίξουν το νήμα μιας υπόθεσης που φέρει όλα τα χαρακτηριστικά οργανωμένου και προσχεδιασμένου εγκλήματος.
Ο νεαρός άνδρας απήχθη έξω από το σπίτι του από ομάδα ενόπλων, κρατήθηκε ζωντανός για έξι ημέρες και τελικά εκτελέστηκε με δέκα σφαίρες, σε ένα σκηνικό που παραπέμπει ευθέως σε ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Παρά τον όγκο της βίας, μέχρι στιγμής οι δράστες δεν έχουν αφήσει πίσω τους σαφή ίχνη, ενώ οι έρευνες κινούνται ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα.
Αναζητούν το όχημα και τις οικονομικές διαδρομές
Στο επίκεντρο των ερευνών βρίσκεται το όχημα που χρησιμοποίησαν οι απαγωγείς, καθώς και το ενδεχόμενο να έχουν καταγραφεί κινήσεις τους από κάμερες ασφαλείας σε γειτονικούς δρόμους ή οδικούς άξονες. Παράλληλα, οι αστυνομικοί «χτενίζουν» τραπεζικούς λογαριασμούς, αναζητώντας ύποπτες συναλλαγές ή μεταφορές χρημάτων που θα μπορούσαν να συνδέονται είτε με την απαγωγή είτε με παλαιότερες δραστηριότητες του θύματος.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στο κοινωνικό περιβάλλον του 27χρονου, με στόχο να διαπιστωθεί ποια πρόσωπα είχαν έρθει σε επαφή μαζί του τις τελευταίες ημέρες πριν την αρπαγή και αν υπήρχαν ενδείξεις έντασης ή απειλών που δεν είχαν γίνει γνωστές.
Κομβικό ρόλο στην εξέλιξη της έρευνας διαδραματίζει η σύντροφος του θύματος, η οποία χθες βρέθηκε στη ΓΑΔΑ και κατέθετε επί ώρες στους αξιωματικούς. Πρόκειται για το πρόσωπο που ειδοποίησε τις Αρχές περίπου επτά ώρες μετά την απαγωγή, περιγράφοντας ότι είδε τους ενόπλους να βάζουν τον 27χρονο σε αυτοκίνητο.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η ίδια υποστήριξε ότι δεν γνωρίζει τους λόγους πίσω από την απαγωγή και ότι ο σύντροφός της δεν της είχε εκφράσει φόβο ή ανησυχία για κάποιο συγκεκριμένο ζήτημα. Ωστόσο, οι Αρχές εξετάζουν με προσοχή κάθε λεπτομέρεια της κατάθεσής της, καθώς θεωρείται πρόσωπο-κλειδί για την ανασύσταση των τελευταίων ωρών του θύματος σε ελεύθερη κατάσταση.
Χωρίς λύτρα, χωρίς επικοινωνία
Ένα από τα πλέον αινιγματικά στοιχεία της υπόθεσης είναι το γεγονός ότι οι δράστες δεν επικοινώνησαν ποτέ με την οικογένεια του 27χρονου και δεν διατύπωσαν καμία απαίτηση για λύτρα. Το στοιχείο αυτό απομακρύνει το σενάριο μιας κλασικής απαγωγής με οικονομικό κίνητρο και ενισχύει την εκτίμηση ότι ο στόχος ήταν εξαρχής η δολοφονία.
Το ίδιο επιβεβαίωσε και ο πατέρας του θύματος, ο οποίος μιλώντας σε τηλεοπτικό σταθμό σημείωσε πως μετά την απαγωγή δεν υπήρξε καμία επικοινωνία. «Ο γιος μου δεν μου είπε ποτέ ότι φοβάται», είπε, προσθέτοντας ότι μόλις τρεις ημέρες πριν από την αρπαγή είχαν βρεθεί μαζί σε δικαστήριο, όπου κατέθεταν ως μάρτυρες, χωρίς ο 27χρονος να δείχνει ανήσυχος ή προβληματισμένος.
Λίγες ώρες νωρίτερα, ο πατέρας του νεαρού είχε αφήσει αιχμές για πρόσωπα του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος, υποστηρίζοντας ότι «ξέρουν πάρα πολλά» και ζητώντας «να ανοίξουν τα στόματα της οικογένειας».
Περιουσία και «κακές παρέες»
Στο πλαίσιο της έρευνας εξετάζεται και το οικονομικό προφίλ του θύματος. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο 27χρονος είχε στην κατοχή του μεγάλη περιουσία, την οποία είχε κληρονομήσει από τον παππού του, στοιχείο που ενδέχεται να έπαιξε ρόλο στις εξελίξεις. Την ίδια ώρα, συγγενικά πρόσωπα κάνουν λόγο για «κακές παρέες», χωρίς ωστόσο να προκύπτει μέχρι στιγμής σαφής σύνδεση με συγκεκριμένο κύκλωμα.
Ένα οικογενειακό παρελθόν σημαδεμένο από αίμα
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι η οικογένεια του 27χρονου βιώνει το δεύτερο φρικτό έγκλημα μέσα σε διάστημα 27 ετών. Σύμφωνα με πληροφορίες, το 1999 ο θείος του νεαρού, 29 ετών τότε, είχε δολοφονηθεί μέσα στο σπίτι του, σε υπόθεση που συγκλόνισε την κοινή γνώμη.
Αρχικά, η σύζυγός του είχε καταγγείλει ληστεία μετά φόνου, ωστόσο έπειτα από εννέα μήνες ερευνών αποκαλύφθηκε ότι η ίδια ήταν η ηθική αυτουργός, με φυσικό δράστη έναν εργάτη αλβανικής καταγωγής με τον οποίο διατηρούσε σχέση. Η υπόθεση είχε οδηγήσει σε καταδίκες, φυλάκιση και πολυετείς δικαστικές διαμάχες, αφήνοντας βαθιά τραύματα στην οικογένεια.
Οι αξιωματικοί του Ανθρωποκτονιών, αν και δεν συνδέουν ευθέως τα δύο εγκλήματα, δεν αγνοούν το βαρύ οικογενειακό παρελθόν, εξετάζοντας κάθε ενδεχόμενο που θα μπορούσε να φωτίσει τα κίνητρα και το παρασκήνιο της πρόσφατης εκτέλεσης.


