Δύο τηλεοπτικές σειρές, δύο διαφορετικοί κόσμοι και μία ηθοποιός που δεν φοβάται τις εναλλαγές. Η Βαρβάρα Λάρμου μιλά στο «ENJOY» για τη διπλή τηλεοπτική της παρουσία, την αυτογνωσία ως προϋπόθεση αντοχής στον χρόνο και την τέχνη ως πράξη αντίστασης σε έναν κόσμο που τρέχει.
- Από τον Ηλία Μαραβέγια
Η Βαρβάρα Λάρμου διανύει μία από τις πιο δημιουργικές περιόδους της, ισορροπώντας φέτος ανάμεσα στη «Γη της Ελιάς» και το «Παιδί», χωρίς να φοβάται εναλλαγές και απαιτήσεις. Η δημοφιλής ηθοποιός μιλάει στο «ENJOY» για τις ανθρώπινες σχέσεις, τη μακροχρόνια συνεργασία της με τον Ανδρέα Γεωργίου και την τέχνη που μπορεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο σε έναν κόσμο που τρέχει γρήγορα και αδιάφορα.
Φέτος σας βρίσκουμε τηλεοπτικά σε δύο διαφορετικές σειρές, από τη μία στη «Γη της Ελιάς» και από την άλλη στο «Παιδί». Νιώθετε ότι αυτή η διπλή παρουσία σας δοκιμάζει και σας εξελίσσει περισσότερο ως ηθοποιό;
Η διπλή παρουσία ήταν μια ωραία πρόκληση. Κάθε ρόλος απαιτεί άλλη ενέργεια, άλλο ρυθμό, άλλη συναισθηματική θερμοκρασία. Υπήρξαν στιγμές που κουράστηκα λίγο, κυρίως λόγω των ταξιδιών με αεροπλάνο, αλλά το απόλαυσα, γιατί με κρατούσε σε μια εγρήγορση και δοκίμασα, για άλλη μια φορά, τα όριά μου, που, όπως φαίνεται, είναι μεγάλα.
Ποιος από τους δύο ρόλους σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποιος νιώθετε ότι είναι πιο κοντά στη Βαρβάρα;
Κάθε ρόλος έχει τη δική του δυσκολία και απαίτηση, για διαφορετικούς λόγους, αν θες να τον κάνεις καλά και με σεβασμό στο πλαίσιο που υπάρχει. Πιο κοντά μου συναισθηματικά δεν είναι ένας ρόλος στο σύνολό του, αλλά στιγμές, σκέψεις και κομμάτια του που αναγνωρίζω σε μένα. Η Ερωφίλη είναι πιο γήινη και «γειωμένη». Η Τάνια είναι πιο ακραίος χαρακτήρας.
Στο «Παιδί» η ερμηνεία απαιτεί εσωτερικότητα, ενώ στη «Γη της Ελιάς» η δράση είναι πιο εξωστρεφής. Πώς αλλάζει η υποκριτική σας γλώσσα από το ένα έργο στο άλλο;
Στο «Παιδί» υπάρχει μεγαλύτερη παύση ανάμεσα στις λέξεις, αλλά και μεγαλύτερη ένταση σε σκηνές απόγνωσης. Η Τάνια είναι ένας πολύ ιδιαίτερος ρόλος, ανάμεσα σε δράμα και κωμωδία, που κινείται στα …πλοκάμια της ρωσικής μαφίας. Στη «Γη της Ελιάς» ο ρόλος έχει λιγότερες έντονες εναλλαγές, γιατί η Ερωφίλη προσπαθεί να κρατά τη γαλήνη και την ισορροπία στην οικογένειά της. Γι’ αυτό και το παίξιμο είναι τις περισσότερες φορές πιο μαλακό, ήρεμο και αφαιρετικό, με λιγότερες σκηνές εκρήξεων. Οι συγκρούσεις της είναι περισσότερο εσωτερικές, αλλά προς τα έξω εκφράζονται ήπια. Αυτό, βέβαια, στην πορεία φαίνεται να αλλάζει, καθώς της συμβαίνουν πολλά καθοριστικά γεγονότα, στα οποία δεν θα αντιδράσει ψύχραιμα, όπως βλέπω στα καινούργια σενάρια που διαβάζω.

Έχετε παίξει σχεδόν σε όλες τις τηλεοπτικές σειρές του Ανδρέα Γεωργίου. Τι πιστεύετε ότι έχει δημιουργήσει αυτή τη μακροχρόνια καλλιτεχνική σχέση;
Αμοιβαία και μεγάλη εκτίμηση, εμπιστοσύνη και ευχαρίστηση στη συνεργασία, γιατί υπάρχει ένας κοινός κώδικας, ο οποίος εξελίχθηκε και διαφοροποιήθηκε μέσα στα χρόνια, αλλά έχει ταυτόχρονα και μια γλυκιά οικειότητα.
Νιώθετε ότι το κοινό σας έχει ταυτίσει με έναν συγκεκριμένο τηλεοπτικό «κόσμο» ή θεωρείτε ότι έχετε καταφέρει να ξεφύγετε από στερεότυπα;
Λογικό είναι να συμβαίνει. Η τηλεόραση αγαπά τις ταμπέλες, αλλά πιστεύω ότι μέσα από διαφορετικούς τηλεοπτικούς και θεατρικούς ρόλους έχω καταφέρει να ξεφύγω από στερεότυπα. Τουλάχιστον θα το ήθελα.
Πώς βιώνετε την αναγνωρισιμότητα μετά από τόσα χρόνια συνεχούς τηλεοπτικής παρουσίας;
Με ευγνωμοσύνη και μεγάλη χαρά, κάποιες φορές και με όρια. Έμαθα να την απολαμβάνω και ταυτόχρονα να προστατεύομαι, χωρίς να «κλείνομαι».
Προσαρμοστήκατε εύκολα ερχόμενη στην Ελλάδα για να δουλέψετε στην τηλεόραση ή υπήρξαν στιγμές που σας δυσκόλεψαν πολύ, σε σημείο να σκεφτείτε ακόμη και να γυρίσετε στην Κύπρο;
Η Αθήνα δεν ήταν μια άγνωστη πόλη για μένα. Εκεί έκανα τις πρώτες μου σπουδές, οπότε την αισθάνομαι πολύ οικεία, σαν το σπίτι μου. Η μετάβαση ήταν εύκολη, παρόλο που αντιμετώπισα αρκετές δυσκολίες όταν μετακόμισα μόνιμα, οι οποίες, παραδόξως, δεν μου δημιούργησαν αμφιβολίες ή την ανάγκη να επιστρέψω. Ο λόγος που ξαναγύρισα στην Κύπρο για μια συγκεκριμένη περίοδο ήταν ξεκάθαρα η δουλειά και η οικογένειά μου.
Τι κρατήσατε αναλλοίωτο από την κυπριακή σας ταυτότητα και τι άλλαξε μέσα σας ζώντας στην Ελλάδα;
Κράτησα τη «γείωση» και την απλότητα. Άλλαξε πολύ ο τρόπος που διεκδικώ τον χώρο και τα δικαιώματά μου.
Έχετε σπουδάσει Κοινωνιολογία με μετεκπαίδευση στην Ψυχοθεραπεία. Σας βοηθούν οι πανεπιστημιακές σας γνώσεις στον τρόπο που «διαβάζετε» τους χαρακτήρες που καλείστε να υποδυθείτε;
Ναι, πολύ. Με βοήθησαν να αποδομήσω πολλές πεποιθήσεις και κοινωνικά στερεότυπα, αλλά και να κατανοώ βαθύτερα τα κίνητρα των χαρακτήρων και να τους προσεγγίζω χωρίς κριτική. Όπως επίσης και να βλέπω πίσω από αυτό που λέγεται και φαίνεται. Ή τουλάχιστον να προσπαθώ.
Σας έχουν βοηθήσει και στις ανθρώπινες σχέσεις αυτές οι γνώσεις;
Ναι. Η ενσυναίσθηση, η συνειδητότητα, η κριτική σκέψη, αλλά και τα όρια, είναι πολύ σημαντικά εργαλεία.
Πιστεύετε ότι ένας ηθοποιός χρειάζεται αυτογνωσία για να αντέξει στον χρόνο;
Σίγουρα. Χωρίς αυτογνωσία δεν έχεις στιβαρό κέντρο. Οπότε πώς θα μπορέσεις να βγεις από το δικό σου για να μπεις στον πυρήνα ενός άλλου ή να βρεις στοιχεία μέσα σου του ανθρώπου που καλείσαι να υποδυθείς;
Σε μια εποχή έντονων κοινωνικών και πολιτικών μεταβολών, ποιος θεωρείτε ότι είναι ο ρόλος του καλλιτέχνη στον δημόσιο διάλογο;
Να θέτει ερωτήματα, όχι να δίνει εύκολες απαντήσεις. Να φωτίζει πλευρές που συχνά αποφεύγουμε. Να είναι φωνή ευαισθησίας και αφύπνισης για όσα παραμένουν αδίκως σιωπηλά. Η τέχνη μπορεί να είναι πράξη επαναστατική και είναι η μόνη πραγματική αντίσταση στον ανάποδο κόσμο που ζούμε.
Αν μπορούσατε να ταξιδέψετε πίσω στον χρόνο και να ασχοληθείτε ξανά με την τέχνη, ποια εποχή θα διαλέγατε και γιατί;
Θα ταξίδευα σε μια εποχή λιγότερο «τέλεια» και πιο αληθινή. Χωρίς φίλτρα, χωρίς ταχύτητα, αλλά με σύνδεση, ανθρώπινη δημιουργικότητα και αλληλεγγύη. Ίσως τη δεκαετία του ’60, για την τόλμη, τον ερωτισμό, την πολύ όμορφη αισθητική και την αίσθηση συλλογικότητας που είχε στο θετικό της κομμάτι.
Πώς αντιλαμβάνεστε σήμερα τις ανθρώπινες σχέσεις, μέσα σε έναν κόσμο όπου η ταχύτητα και η ανασφάλεια μοιάζουν να κυριαρχούν;
Πολύ πιο εύθραυστες, αδέξιες και… ευνουχισμένες, αλλά με την ίδια – αν όχι και μεγαλύτερη – ανάγκη για σύνδεση και τρυφερότητα.
Το «θέλω» είναι πολύ έντονο στη ζωή σας ή υπάρχει μια ισορροπία με το «πρέπει»;
Το «θέλω» στα μεγάλα, στα υπαρξιακά ερωτήματα που δεν σηκώνουν ενδοβολές, πεποιθήσεις, επιβεβλημένες αξίες και πλάνα ζωής. Και το «πρέπει» όταν χρειάζεται πειθαρχία που προκύπτει από την αφοσίωση στους στόχους που είναι «θέλω» σου. Οπότε προσπαθώ να βρίσκω ισορροπία. Το ένα χωρίς το άλλο δεν λειτουργεί.
Πώς θα περιγράφατε τον εαυτό σας με λίγες λέξεις;
Ανήσυχη, αρκετά πεισματάρα, εργασιομανής.
Ποια είναι τα επόμενα καλλιτεχνικά σχέδια που έχετε σημειωμένα στην ατζέντα σας;
Θέλω να συνεχίσω να έχω ρόλους που να με εμπνέουν και, κυρίως, να είναι πρόκληση και να με εξελίσσουν, στην τηλεόραση, στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Κι έτσι να αντλώ πληρότητα, χαρά και ικανοποίηση από τη δουλειά μου.



