Σε ένα ρεσιτάλ κυνικής ισχύος, σύμφωνα με δημοίσευμα του ABC, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο απέστειλε ένα τελεσίγραφο σε όλους τους Αμερικανούς διπλωμάτες.
Μέσω ενός «ευαίσθητου» τηλεγραφήματος, η Ουάσιγκτον απαιτεί από τις κυβερνήσεις όλου του κόσμου να ευθυγραμμιστούν πλήρως με την πολεμική μηχανή των ΗΠΑ και του Ισραήλ, εκβιάζοντας ουσιαστικά τη διεθνή κοινότητα να συμμετάσχει στον στραγγαλισμό του Ιράν.
Με το πρόσχημα ενός «επαυξημένου κινδύνου» επιθέσεων για τον οποίο βέβαια δεν παρουσιάζεται κανένα συγκεκριμένο στοιχείο, ο Ρούμπιο απαιτεί υποταγή και άμεσα μέτρα μέχρι τις 20 Μαρτίου, μετατρέποντας τους Αμερικανούς διπλωμάτες σε αγγελιαφόρους μιας επιθετικής ατζέντας που απειλεί να τινάξει την παγκόσμια ειρήνη στον αέρα.
Η αμερικανική πλευρά προκλητικά και αυθαίρετα, ισχυρίζεται πως το ιρανικό καθεστώς είναι «ευαίσθητο» μόνο στη συλλογική πίεση, προσπαθώντας να μετακυλήσει την ευθύνη της κλιμάκωσης στις πλάτες των συμμάχων της. Το τηλεγράφημα αποκαλύπτει τις αυθεντικές επιδιώξεις της επιχείρησης «Epic Fury», την πλήρη εξουδετέρωση των αμυντικών και ναυτικών δυνατοτήτων του Ιράν και τον αφοπλισμό του από κάθε μέσο αποτροπής.
Η Ουάσιγκτον δεν αναζητά ειρήνη, αλλά «άνευ όρων παράδοση» μιας χώρας, εργαλειοποιώντας την κρίση για να επιβάλει μια νέα τάξη πραγμάτων στη Μέση Ανατολή, την ώρα που ακόμη και οι ίδιοι οι Αμερικανοί αξιωματούχοι παραδέχονται πως η σύγκρουση αυτή πυροδοτήθηκε από τις στρατηγικές επιλογές του Ισραήλ.
Ιδιαιτέρως προκλητική είναι η εντολή του Ρούμπιο για «συντονισμό» με τους Ισραηλινούς διπλωμάτες υπό το καθεστώς απόλυτης μυστικότητας με τη ρητή επισήμανση να μην παραδοθεί τίποτα γραπτώς, γεγονός που παραπέμπει σε παρασκηνιακές μεθοδεύσεις μακριά από κάθε έννοια διεθνούς νομιμότητας. Η πίεση προς τις χώρες που αρνούνται να χαρακτηρίσουν τους Φρουρούς της Επανάστασης ως τρομοκράτες αποτελεί μια κατάφωρη παρέμβαση στην εσωτερική κυριαρχία τρίτων κρατών. Η Ουάσιγκτον, λειτουργώντας ως ο παγκόσμιος χωροφύλακας που αυτοανακηρύσσεται υπεράνω του διεθνούς δικαίου, απαιτεί από τον υπόλοιπο πλανήτη να γίνει συνένοχος σε έναν πόλεμο που εξυπηρετεί αποκλειστικά τα γεωπολιτικά συμφέροντα και τους εγωισμούς της ηγεσίας της.
Αυτή η «διπλωματία του εξαναγκασμού» δεν στοχεύει μόνο στην Τεχεράνη, αλλά αποτελεί ένα προειδοποιητικό μήνυμα προς κάθε κράτος που επιδιώκει μια ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική. Το αφήγημα περί «αυξημένου κινδύνου» μοιάζει περισσότερο με προπέτασμα καπνού για να δικαιολογηθεί η αμερικανική επιθετικότητα, η οποία ήδη προκαλεί παγκόσμια οικονομική αστάθεια και ανθρώπινο πόνο. Αντί για διάλογο και διπλωματία, η κυβέρνηση Τραμπ 2.0 επιλέγει τη φωτιά και το σίδερο, αδιαφορώντας για τις καταστροφικές συνέπειες μιας περιφερειακής ανάφλεξης, αρκεί να ικανοποιηθούν οι μαξιμαλιστικές απαιτήσεις της για απόλυτη κυριαρχία.


