Η Καμπέρα αποτέλεσε τον σταθμό μιας ιστορικής καμπής για τις σχέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Ωκεανία, καθώς η πρόεδρος της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, και ο Αυστραλός πρωθυπουργός, Άντονι Αλμπανέζι, συνυπέγραψαν την πολυαναμενόμενη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου. Μετά από οκτώ χρόνια σκληρών διαπραγματεύσεων και αλλεπάλληλων συμβιβασμών, οι δύο πλευρές ανοίγουν έναν νέο οικονομικό δίαυλο, επιδιώκοντας τη θωράκισή τους απέναντι στις πιέσεις των ΗΠΑ και της Κίνας, αλλά και τη διασφάλιση κρίσιμων πρώτων υλών σε μια περίοδο παγκόσμιας γεωπολιτικής αστάθειας.
Η συμφωνία αυτή θεωρείται στρατηγικής σημασίας, καθώς η Ευρώπη αποκτά προνομιακή πρόσβαση στα πολύτιμα ορυκτά της Αυστραλίας, την ώρα που ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή απειλεί να πυροδοτήσει μια ενεργειακή κρίση ανάλογη με εκείνη της δεκαετίας του 1970. «Μπορεί γεωγραφικά να είμαστε απομακρυσμένοι, αλλά το όραμά μας για τον κόσμο μας φέρνει πιο κοντά από ποτέ», δήλωσε χαρακτηριστικά η κ. φον ντερ Λάιεν, υπογραμμίζοντας παράλληλα την ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας μεταξύ των δύο εταίρων.
Στο επίκεντρο του οικονομικού συμβιβασμού βρέθηκαν τα ακανθώδη ζητήματα των προστατευόμενων ονομασιών προέλευσης και των αγροτικών ποσοστώσεων. Οι Αυστραλοί παραγωγοί θα μπορούν να χρησιμοποιούν τον όρο «prosecco» μόνο για την εσωτερική τους αγορά και για μία δεκαετία, ενώ ονόματα όπως «φέτα» ή «gruyère» θα επιτρέπονται μόνο για όσους τα χρησιμοποιούσαν ήδη την τελευταία πενταετία. Παράλληλα, οι ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες αναμένεται να ωφεληθούν σημαντικά από τις φορολογικές ελαφρύνσεις στα πολυτελή ηλεκτρικά οχήματα, με την ΕΕ να προβλέπει αύξηση των εξαγωγών της κατά 30% τα επόμενα χρόνια.
Ωστόσο, η συμφωνία προκαλεί ήδη τριγμούς στον ευρωπαϊκό αγροτικό κόσμο, με την οργάνωση COPA-COGECA να κάνει λόγο για «δυσανάλογες παραχωρήσεις». Η απόφαση να αυξηθεί η ποσόστωση για το αυστραλιανό βοδινό κρέας πάνω από δέκα φορές σε βάθος δεκαετίας, φτάνοντας τους 30.600 τόνους, καθώς και η εισαγωγή χιλιάδων τόνων αιγοπρόβειου κρέατος, έχουν σημάνει συναγερμό στους παραγωγούς. Οι Βρυξέλλες καλούνται τώρα να ισορροπήσουν ανάμεσα στα οφέλη της ελεύθερης αγοράς και στις έντονες αντιδράσεις των αγροτών, οι οποίοι φοβούνται για την επιβίωσή τους από τον ανταγωνισμό των προϊόντων της Ωκεανίας.


