Με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ να έχει εξελιχθεί σε μείζονα πολιτική κρίση και να πλήττει ευθέως την κυβέρνηση, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί σήμερα, μέσω τηλεοπτικού μηνύματος, να διαχειριστεί μια κατάσταση που μοιάζει πλέον εκτός ελέγχου. Η παρέμβασή του, που θα μεταδοθεί μετά στις 10:00, σύμφωνα με το Μέγαρο Μαξίμου, δεν γίνεται από θέση ισχύος, αλλά υπό το βάρος αποκαλύψεων που έχουν προκαλέσει πραγματικό πολιτικό σεισμό.
Λίγες ώρες αργότερα, στις 13:00, θα προεδρεύσει σύσκεψης για την κατάσταση στην αγορά λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Όμως, όσο κι αν επιχειρείται η μετατόπιση της ατζέντας, η πραγματικότητα είναι αμείλικτη: το πολιτικό πρόβλημα βρίσκεται εντός των τειχών και αφορά ευθέως την κυβέρνηση και το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Με το μήνυμά του, ο πρωθυπουργός θα επιχειρήσει να εμφανιστεί ως τιμητής και μεταρρυθμιστής, την ώρα που η δικογραφία της ευρωπαϊκής εισαγγελίας φωτίζει ένα δίκτυο πρακτικών που δύσκολα μπορούν να αποδοθούν σε «παθογένειες» χωρίς πολιτική κάλυψη. Η επίκληση του λεγόμενου «Βαθέος Κράτους» –όπως διαρρέουν συνεργάτες του– δεν συνιστά τίποτα περισσότερο από μια απεγνωσμένη προσπάθεια μετακύλισης ευθυνών, ένα βολικό άλλοθι για να αποφευχθεί η ουσία.
Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία. Αντί για ξεκάθαρη ανάληψη ευθύνης, το Μαξίμου επενδύει ξανά σε ένα αφήγημα σύγκρουσης με έναν αόρατο εχθρό, επιχειρώντας να πείσει ότι το πρόβλημα βρίσκεται «κάπου αλλού». Όμως, όταν περίπου 20 πολιτικά πρόσωπα που συνδέονται με τη Νέα Δημοκρατία βρίσκονται στο μικροσκόπιο, η επίκληση αόριστων μηχανισμών μοιάζει περισσότερο με πολιτική υπεκφυγή παρά με εξήγηση.
Η κυβέρνηση βρίσκεται εμφανώς εγκλωβισμένη. Ο μίνι ανασχηματισμός που προηγήθηκε δεν κατάφερε να αλλάξει το κλίμα· αντιθέτως, επιβεβαίωσε ότι το Μαξίμου λειτουργεί υπό πίεση και αντιδρά σπασμωδικά. Ακολούθησαν δηλώσεις πρώην υπουργών και βουλευτών που είτε έσπευσαν να αποποιηθούν την ασυλία τους είτε ανακοίνωσαν ότι αποσύρονται από τις εκλογές, κινήσεις που αποκαλύπτουν το μέγεθος της πολιτικής φθοράς.
Και ενώ το σκάνδαλο βαθαίνει, ο πρωθυπουργός εμφανίζεται να αναζητά «φυγή προς τα μπρος», προβάλλοντας ως λύση τη μεταφορά αρμοδιοτήτων του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ και μιλώντας για «εξυγίανση». Όμως, η ουσία παραμένει αναπάντητη: πώς λειτούργησε αυτός ο μηχανισμός, ποιοι τον γνώριζαν και γιατί δεν αποκαλύφθηκε νωρίτερα;
Στο ίδιο πλαίσιο, αναμένεται να επαναφέρει τη γνωστή ρητορική περί πάταξης της φοροδιαφυγής, ψηφιοποίησης του κράτους και αντιμετώπισης διαχρονικών στρεβλώσεων. Ωστόσο, η χρονική στιγμή και η ένταση των αποκαλύψεων καθιστούν αυτές τις αναφορές περισσότερο επικοινωνιακή άμυνα παρά ουσιαστική πολιτική απάντηση.
Δεν αποκλείεται να γίνει αναφορά και στην άρση της βουλευτικής ασυλίας όσων εμπλέκονται, καθώς και στις διεθνείς εξελίξεις, σε μια ακόμη προσπάθεια να αλλάξει το πλαίσιο της συζήτησης. Όμως, η πραγματικότητα είναι ότι η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με μια υπόθεση που δεν μπορεί να «κλείσει» με δηλώσεις και εξαγγελίες.