Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται η προκαταρκτική εξέταση για την υπόθεση απόπειρας δηλητηρίασης μητέρας στη Σύμη, με τις αρμόδιες αρχές να καλούν τους δύο ανήλικους εμπλεκόμενους -την 13χρονη κόρη της και τον σύντροφό της- ώστε να δώσουν κατάθεση.
Η διαδικασία διεξάγεται ενώπιον του Αστυνομικού Τμήματος Σύμης, όπου οι δύο ανήλικοι καλούνται να απαντήσουν για τέσσερις διακριτές κατηγορίες. Η πρώτη αφορά απόπειρα ανθρωποκτονίας ή, εναλλακτικά, απόπειρα ενδοοικογενειακής βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης με κίνδυνο ζωής, σε συνδυασμό με τη νομοθεσία περί ενδοοικογενειακής βίας. Η δεύτερη σχετίζεται με την ηθική αυτουργία στις ίδιες πράξεις, με έμφαση στον ρόλο του προσώπου που φέρεται να καθοδήγησε και να επηρέασε την εκτέλεση της πράξης. Η τρίτη κατηγορία αφορά παράνομη οπλοκατοχή, με επίκεντρο ένα μαχαίρι κουζίνας που εντοπίστηκε στο δωμάτιο της 13χρονης και το οποίο, σύμφωνα με την ίδια, προερχόταν από το σπίτι του 15χρονου φίλου της. Τέλος, η τέταρτη κατηγορία σχετίζεται με διάθεση ναρκωτικών ουσιών χωρίς οικονομικό όφελος, καθώς και με χρήση ναρκωτικών.
Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα, καθώς εξετάζεται και το ενδεχόμενο χορήγησης ουσιών στην ανήλικη. Ο πατέρας της είχε από την πρώτη στιγμή υποστηρίξει ότι ο 15χρονος της έδινε χάπια, με αποτέλεσμα να «βρίσκεται σε άλλη γη», εκτιμώντας ότι επρόκειτο για ηρεμιστικά. Η συγκεκριμένη καταγγελία έχει πλέον ενταχθεί επίσημα στο αντικείμενο της ποινικής διερεύνησης.
Η σταδιακή αλλαγή συμπεριφοράς
Η γνωριμία των δύο ανηλίκων φέρεται να ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2024 και, σύμφωνα με όσα προκύπτουν, η συμπεριφορά της 13χρονης άρχισε να μεταβάλλεται ραγδαία μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Επέστρεφε αργά στο σπίτι χωρίς ενημέρωση, ανέπτυξε συνήθειες όπως το κάπνισμα και η κατανάλωση ενεργειακών ποτών, ενώ παρουσίαζε επιθετικότητα προς τους γονείς της.
Παράλληλα, εγκατέλειψε τις εξωσχολικές της δραστηριότητες, συγκέντρωσε απουσίες στο σχολείο και διέκοψε τη φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε για αλλεργία, παρά τις οδηγίες των γιατρών. Οι γονείς της, ανήσυχοι για την εξέλιξη αυτή, απευθύνθηκαν σε ειδικό ψυχολόγο, ο οποίος διαπίστωσε ότι η ανήλικη βρισκόταν υπό έντονη επιρροή του 15χρονου, ο οποίος φαινόταν να ασκεί καθοριστικό έλεγχο στη συμπεριφορά της.
Η κατάσταση έγινε ακόμη πιο ανησυχητική όταν η μητέρα έλεγξε τις συνομιλίες της κόρης της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Εκεί εντοπίστηκαν μηνύματα που, σύμφωνα με τη δικογραφία, αποτυπώνουν ευθέως προτροπές προς τη 13χρονη να βλάψει τη μητέρα της. «Σήμερα το βράδυ πρέπει να τελειώνεις με τη μητέρα σου, γιατί δεν μπορώ άλλο. Θέλω να μείνουμε μαζί», φέρεται να έγραφε ο 15χρονος, ενώ σε απάντηση της ανήλικης ότι δεν μπορεί να αναλάβει μια τέτοια ευθύνη, η απάντηση ήταν: «Δεν έχεις επιλογή. Αν δεν το κάνεις, θα έχουμε πρόβλημα».
Το σχέδιο και η αποτροπή
Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, η 13χρονη φέρεται να επιχείρησε να δηλητηριάσει τη μητέρα της, τοποθετώντας ποντικοφάρμακο σε γλυκό και τσάι που της προσέφερε. Η γυναίκα δεν κατανάλωσε τα συγκεκριμένα τρόφιμα, καθώς αντιλήφθηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
Κατά τον έλεγχο στο δωμάτιο της κόρης της εντοπίστηκε και το μαχαίρι κουζίνας, το οποίο η 13χρονη παραδέχθηκε ότι είχε φέρει από το σπίτι του φίλου της. Την ίδια ημέρα, οι δύο ανήλικοι φέρεται να είχαν βρεθεί μαζί στο σπίτι, με τον 15χρονο να κρατά σωληνάριο με άγνωστη ουσία. Από τις συνομιλίες προκύπτει ότι περίμεναν την αποχώρηση του πατέρα, ο οποίος βρισκόταν στη Ρόδος, προκειμένου να προχωρήσουν στο σχέδιό τους.
Ωστόσο, η 13χρονη φέρεται να υπαναχώρησε την τελευταία στιγμή, ενημερώνοντας τους γονείς της για όσα είχαν σχεδιαστεί. Η οικογένεια προσέφυγε άμεσα στις αρχές, αποτρέποντας την ολοκλήρωση της πράξης.
Οι θέσεις των δύο πλευρών
Η υπόθεση εξελίσσεται και σε επίπεδο νομικής αντιπαράθεσης. Οι συνήγοροι της οικογένειας της 13χρονης, οι κ.κ. Μαρίνα Κρανίτη και Μηνάς Τσέρκης, έχουν ήδη συλλέξει σημαντικό όγκο ψηφιακών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και μηνύματα που φέρεται να έχει αποστείλει ο 15χρονος. Όπως αναφέρεται, έχει διαπιστωθεί προσπάθεια διαγραφής ορισμένων συνομιλιών, γεγονός που οδηγεί στην ανάθεση της ανάκτησης των δεδομένων σε εξειδικευμένη ανεξάρτητη υπηρεσία.
Από την άλλη πλευρά, ο συνήγορος της οικογένειας του 15χρονου, Δημήτρης Γεωργακόπουλος, αμφισβητεί την εκδοχή των γεγονότων όπως έχει παρουσιαστεί, επισημαίνοντας ότι δεν έχουν εντοπιστεί υλικά στοιχεία που να αποδεικνύουν την ύπαρξη δηλητηριασμένων τροφίμων. Παράλληλα, θέτει υπό αμφισβήτηση την παρουσία του 15χρονου στο σπίτι την κρίσιμη ημέρα, υποστηρίζοντας ότι, εφόσον συνέβη κάτι, αυτό ενδεχομένως έγινε χωρίς τη συμμετοχή του.
Ο πατέρας της 13χρονης περιγράφει την κατάσταση που βίωσε η οικογένεια λέγοντας: «Την πίεζε να το κάνει, αλλά δεν έγινε, γιατί το παρακολουθούσαμε και την τελευταία στιγμή το μετάνιωσε και μας το είπε. Είχε αλλάξει χαρακτήρα, της έδινε χάπια και ήθελε να μας βγάλει από τη μέση», ενώ αποκάλυψε ότι είχε δεχθεί ακόμη και τηλεφωνική επικοινωνία από τον πατέρα του 15χρονου με σκοπό τον εκφοβισμό.
Από την πλευρά του, ο πατέρας του 15χρονου αποδίδει την κατάσταση στην κοινωνική απομόνωση του παιδιού του, τονίζοντας ότι πρόκειται για υιοθετημένο παιδί που δεν έγινε αποδεκτό από την τοπική κοινωνία. Η μητέρα της 13χρονης, εμφανώς συγκλονισμένη, ανέφερε ότι δεχόταν σχόλια από τρίτους όπως «πού έχει μπλέξει η κόρη σου», χωρίς να μπορεί να διαχειριστεί την κατάσταση.
Τέλος, η εκπρόσωπος Τύπου της Ελληνική Αστυνομία υπογράμμισε τη σημασία των ψηφιακών στοιχείων, δηλώνοντας: «Η απόπειρα ανθρωποκτονίας αποδεικνύεται τουλάχιστον από τις συνομιλίες των δύο παιδιών και τα όσα ανέφερε η μητέρα της 13χρονης στην Αστυνομία», ενώ πρόσθεσε ότι «φαίνεται ότι ο νεαρός θεωρούσε εμπόδιο τους γονείς της κοπέλας και την έπεισε σιγά σιγά να τους κάνει κακό».
Η υπόθεση παραμένει ανοιχτή και σε πλήρη διερεύνηση, με τις αρχές να εξετάζουν όλα τα στοιχεία, τόσο υλικά όσο και ψηφιακά, προκειμένου να αποσαφηνιστεί πλήρως ο ρόλος των εμπλεκομένων και να αποδοθούν ευθύνες.



