Σοβαρά ερωτήματα εγείρει ο θάνατος της 19χρονης Μυρτούς στην Κεφαλονιά, με τις Αρχές να επιχειρούν να συνθέσουν τα γεγονότα και να φτάσουν στην άκρη του νήματος. Συνεχώς στο προσκήνιο έρχονται νέες αποκαλύψεις σχετικά με την δραστηριότητα των ανθρώπων που εμπλέκονται στην υπόθεση, την στιγμή που η οικογένεια της αδικοχαμένης κοπέλας καταγγέλλει ότι πίσω από όλα ενδέχεται να κρύβεται οργανωμένο κύκλωμα εκμετάλλευσης, ζητώντας πλήρη διερεύνηση και απόδοση ευθυνών.
Ο πατέρας της 19χρονης συνεχίζει να εκφράζει δημόσια την πεποίθηση ότι η κόρη του παγιδεύτηκε μεθοδικά. Σε δηλώσεις του, νωρίτερα σήμερα το πρωί, κατονόμασε εκ νέου τον 23χρονο ως βασικό πρόσωπο της υπόθεσης, υποστηρίζοντας ότι ήταν εκείνος που την προσέγγισε μέσω των κοινωνικών δικτύων, της απέσπασε την εμπιστοσύνη και την έπεισε να συναντηθούν, καθώς η ίδια βρισκόταν στο νησί για τις ημέρες του Πάσχα.
Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει, η συνάντηση αυτή οδήγησε στη μοιραία κατάληξη. Η 19χρονη φέρεται να έκανε κράτηση σε δωμάτιο κατόπιν προτροπής του 23χρονου, από το οποίο λίγες ώρες αργότερα βγήκε σε κατάσταση απώλειας αισθήσεων, πριν καταλήξει στο πάρκο του Αργοστολίου.
Ο ίδιος περιέγραψε μια σταδιακή διαδικασία προσέγγισης και χειραγώγησης της κόρης του, ενώ αναφέρθηκε και σε χρηματικά ποσά που κατατέθηκαν στον λογαριασμό της από τον 66χρονο άνδρα. Όπως υποστήριξε, ο 23χρονος της είχε εξηγήσει ότι ο συγκεκριμένος άνδρας τον υποστήριζε οικονομικά, ενώ φέρεται να είχε πείσει τον 66χρονο ότι εντόπισε τη Μυρτώ σε ευάλωτη κατάσταση.
Με έντονη συναισθηματική φόρτιση, ο πατέρας της 19χρονης περιέγραψε τις τελευταίες στιγμές της, λέγοντας: «Πού να φανταστώ ότι 150 μέτρα από το σπίτι μου έγινε τέτοια εγκληματική ενέργεια; Ζητάω συγγνώμη από το παιδί γιατί αν και το καθοδηγούσα δεν μπόρεσα να καταλάβω το τι θα γινόταν. Σπαρταρούσε σαν το ψάρι στο έδαφος, το κατέβασαν από τον 5ο όροφο λες και ήταν σκουπίδια. Το πέταξαν πίσω από τη μάντρα να μην φαίνεται από τον δρόμο και έλεγαν ότι έκαναν κάθε προσπάθεια; Θα λογοδοτήσουν για αυτό και μετά θα πάω μαζί της».
Συνεχίζοντας, υποστήριξε ότι η υπόθεση δεν συνδέεται απλώς με χρήση ναρκωτικών, αλλά με οργανωμένο σχέδιο εκμετάλλευσης: «Ήταν άγιο πλάσμα, το καθοδηγούσα για να γλιτώσει και έφυγε αβοήθητο. Δεν κοιμάμαι, δεν τρώω Τι να κάνω εγώ τώρα τη ζωή μου; Το παιδί σχεδόν το απήγαγαν. Το απείλησαν για να πάνε στην Αθήνα για να το εμπορευτούν. Δεν είναι απλή περίπτωση με χρήση ναρκωτικών. Υπάρχει σχέδιο. Παραμύθιασαν το παιδί μου. Το απείλησαν».
Μάλιστα, εκτίμησε ότι ενδέχεται να υπάρχει ευρύτερο κύκλωμα μαστροπείας πίσω από την υπόθεση, υποστηρίζοντας ότι η διερεύνηση θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και εκτός Ελλάδας, εφόσον οι αρχές προχωρήσουν σε βάθος.
Στο επίκεντρο των ερευνών τα τηλέφωνα των προφυλακισμένων νεαρών
Παράλληλα, οι έρευνες της Ελληνική Αστυνομία επικεντρώνονται στα κινητά τηλέφωνα των τριών κατηγορουμένων, τα οποία θεωρούνται κρίσιμα για την αποκάλυψη της αλληλουχίας των γεγονότων. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο 23χρονος φέρεται να διατηρούσε προφίλ σε ιστοσελίδα συνοδών, με φωτογραφίες, στοιχεία επικοινωνίας και ψευδώνυμο.
Κατά την κατάθεσή του, ο ίδιος υποστήριξε ότι το βράδυ του περιστατικού πραγματοποιούνταν βιντεοκλήσεις επί πληρωμή μέσα στο δωμάτιο, ενώ ανέφερε ότι η 19χρονη ζήτησε ναρκωτικά και προχώρησε σε επικοινωνία με τον 66χρονο από την Πρέβεζα. Από την πλευρά της οικογένειας, ωστόσο, ο δικηγόρος αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο το κινητό της κοπέλας να χρησιμοποιήθηκε από τρίτο πρόσωπο εκείνο το βράδυ.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις και για έναν ακόμη λόγο: την αντιμετώπιση της μνήμης της 19χρονης. Ο πατέρας της εκφράζει οργή για όσα, όπως λέει, διακινούνται σε βάρος της, τονίζοντας: «Πρέπει να σταματήσει η λάσπη που πέφτει στο πρόσωπο του παιδιού μου, για ένα παιδάκι που το δολοφονήσανε, 18 ετών και πρέπει να απολογούμαι εγώ και όχι αυτοί; Ποια δικαιοσύνη υπάρχει; Δεν το έστειλα στην Αθήνα γιατί φοβόμουνα την εγκληματικότητα. Πού να φανταστώ ότι 150 μέτρα από το σπίτι μου υπήρχε μια τόσο οργανωμένη ενέργεια, μελετημένη μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια».
Ο ίδιος περιγράφει την προσωπική του οδύνη, λέγοντας: «Είμαι 82 χρονών, ναυτικός, έχω γυρίσει τον κόσμο, τέτοιο πράγμα δεν το συνάντησα». Σε ακόμη μία αναφορά του στις συνθήκες του θανάτου της κόρης του, σημείωσε: «Ζητάω συγγνώμη από το παιδί μου. Ενώ το καθοδηγούσα, δεν μπορούσα να καταλάβω ότι 150 μέτρα μακριά από το σπίτι μου θα βρισκόταν να σπαρταράει, όπως ομολογούν και οι ίδιοι».
Κλείνοντας, επανήλθε στις καταγγελίες για τον τρόπο εγκατάλειψης της 19χρονης: «Το κατέβασαν σαν να κατεβάζουν σκουπίδια και το πέταξαν, όχι στον δρόμο για να το βρω και να ζήσει, αλλά πίσω από μια παιδική χαρά, για να μη φαίνεται. Και μου λένε ότι έκαναν προσπάθεια να βοηθήσουν; Έφυγε αβοήθητο το παιδί μου».


