Η Ελλάδα παραμένει μια χώρα με ιδιαίτερα υψηλό φορολογικό και ασφαλιστικό βάρος, υπερβαίνοντας αισθητά τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ο οποίος ανέρχεται στο 35,1%
Μικρή ανάσα για τους μισθωτούς στην Ελλάδα καταγράφει η ετήσια έκθεση «Taxing Wages 2026» του ΟΟΣΑ, καθώς μειώθηκε οριακά η φορολογική επιβάρυνση των μισθών, παραμένοντας ωστόσο σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, με το κράτος να «απορροφά» σχεδόν το 40% του κόστους εργασίας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν από τον διεθνή οργανισμό, η συνολική φορολογική επιβάρυνση (tax wedge) για έναν άγαμο εργαζόμενο με μέσο μισθό στην Ελλάδα ανήλθε στο 39,3% του κόστους εργασίας το 2025. Παρόλο που σημειώθηκε μείωση κατά 0,16 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2024, η χώρα συνεχίζει να βρίσκεται πάνω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ (35,1%), αναδεικνύοντας το μόνιμο πρόβλημα της υψηλής φορολογίας της εργασίας.
Το «αγκάθι» εντοπίζεται κυρίως στις ασφαλιστικές εισφορές εργοδοτών και εργαζομένων, οι οποίες, με ποσοστά 17,9% και 11% αντίστοιχα, συνεχίζουν να επιβαρύνουν το κόστος εργασίας πολύ περισσότερο απ’ ό,τι ο φόρος εισοδήματος (10,5%). Στην πράξη, οι συνολικές κρατήσεις για έναν μέσο μισθωτό χωρίς παιδιά αγγίζουν το 26,1% των ακαθάριστων αποδοχών του.
Η εικόνα είναι ελαφρώς βελτιωμένη για τις οικογένειες, καθώς για ένα ζευγάρι με δύο παιδιά και έναν εργαζόμενο στον μέσο μισθό η φορολογική επιβάρυνση μειώθηκε στο 37,5%. Την ίδια στιγμή, τα στοιχεία δείχνουν μια μικρή ανάσα στο διαθέσιμο εισόδημα, με τον μέσο πραγματικό μισθό (προσαρμοσμένο στον πληθωρισμό) να αυξάνεται κατά 0,5%. Η αύξηση αυτή αποδείχθηκε ισχυρότερη από την άνοδο του μέσου προσωπικού φορολογικού συντελεστή, προσφέροντας μια οριακή ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων.
Στον αντίποδα, στις χώρες του ΟΟΣΑ η φορολογική επιβάρυνση για έναν εργαζόμενο χωρίς παιδιά με μέσο μισθό αυξήθηκε το 2025 κατά 0,15 ποσοστιαίες μονάδες, φτάνοντας στο 35,1% του κόστους εργασίας. Η αύξηση αυτή αποδίδεται κυρίως στις υψηλότερες εργοδοτικές εισφορές, με τις συνολικές κρατήσεις (φόρος εισοδήματος και εισφορές) να ανέρχονται στο 25,1% των αποδοχών. Τα υψηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν στο Βέλγιο (52,5%), στη Γερμανία (49,3%) και τη Γαλλία (47,2%), ενώ τα χαμηλότερα σε Κολομβία (0%) και Χιλή (7,5%).


