Ο Μαρινάκης έσπευσε να προκαταλάβει τις αποφάσεις της Δικαιοσύνης και να τους «καθαρίσει» πολιτικά προαναγγέλλοντας την είσοδό τους στα ψηφοδέλτια στις επερχόμενες εκλογές
Σε ρόλο ταυτόχρονα δικαστή και εισαγγελέα, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος στην ενημέρωση των πολιτικών συντακτών έσπευσε να προκαταλάβει τις αποφάσεις της Δικαιοσύνης και να «καθαρίσει» πολιτικά τους εμπλεκόμενους «γαλάζιους» βουλευτές στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, επιβεβαιώνοντας με τον πιο κυνικό τρόπο τον επιλεκτικό και βαθιά υποκριτικό σεβασμό που επικαλείται για τις δικαστικές Αρχές.
Προτού καν καθαρογραφούν οι άρσεις ασυλίας και πριν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ολοκληρώσει το έργο της, ο ίδιος έκρινε, αποφάσισε και -κυρίως- αθώωσε, όπως αρμόζει σ’ ένα καθεστώς, αποτυπώνοντας το τεράστιο πολιτικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση, η οποία, έρμαιο των εξελίξεων, όχι μόνο ξεπλένει εκ των προτέρων από τις ευθύνες τους «δικούς της» υπουργούς και βουλευτές, αλλά προαναγγέλλει και την είσοδό τους στα ψηφοδέλτια στις επερχόμενες εκλογές.
Με χαρακτηριστική άνεση ο Παύλος Μαρινάκης δήλωσε ότι «όσοι είδαν τις ομιλίες των βουλευτών της ΝΔ θα διαπίστωσαν ότι εξέπεμπαν αξιοπρέπεια, σοβαρότητα και σεβασμό», προσθέτοντας πως πρόκειται για «ανθρώπους που, ενώ υπερασπίζονται την αθωότητά τους, θέλουν να κριθούν από τη Δικαιοσύνη για να μη μείνει καμία σκιά επάνω τους», ενώ χαρακτήρισε τη στάση τους «την καλύτερη απάντηση στην τοξικότητα του πολιτικού συστήματος». Σαν να μην έφτανε αυτό, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος διαβεβαίωσε ότι όσοι φιγουράρουν στις επίμαχες δικογραφίες «δεν υπάρχει κανένα ζήτημα, θα είναι κανονικά στα ψηφοδέλτια», χαρακτηρίζοντας μάλιστα τη συμμετοχή τους «αυτονόητη».
Ρεσιτάλ αντιφάσεων
Την ίδια ώρα, επιχειρώντας να εμφανιστεί ως θεματοφύλακας των θεσμών, ο κ. Μαρινάκης επιδόθηκε σε ένα ρεσιτάλ αντιφάσεων, ενδεικτικό δείγμα του πανικού που επικρατεί στο Μέγαρο Μαξίμου. Υποστήριξε ότι «το τι θα συμβεί ποινικά θα το κρίνει η Δικαιοσύνη» και ότι «μετά την άρση ασυλίας ακολουθεί διαδικασία εξηγήσεων, άρα δεν μπορώ θεσμικά να σχολιάσω», ενώ λίγα δευτερόλεπτα νωρίτερα είχε ήδη πάρει θέση, είχε ήδη αποδώσει πολιτική αθωότητα και είχε ήδη εντάξει τους εμπλεκομένους στην επόμενη εκλογική μάχη. Η υποκρισία είναι κραυγαλέα.
Από τη μία επικαλείται θεσμική αυτοσυγκράτηση και σεβασμό στη Δικαιοσύνη, από την άλλη λειτουργεί ως προπομπός αθωωτικών αποφάσεων. «Ως προς την πολιτική συζήτηση, θεωρώ ότι στο πλαίσιο των καθηκόντων ενός βουλευτή είναι και το να προωθήσει ένα mail ή να στείλει ένα μήνυμα, χωρίς αυτό να έχει μέσα κάτι παράνομο», σπεύδοντας ταυτόχρονα να προσθέσει ότι «τον έλεγχο της νομιμότητας δεν τον έχει ο βουλευτής αλλά η διοίκηση», σε μια ερμηνεία που υποβαθμίζει κατάφωρα τη βαρύτητα των καταγγελλόμενων πρακτικών, αλλά ουσιαστικά προεξοφλεί ότι πρόκειται για μια «κανονική» πολιτική δραστηριότητα, που έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με όσα υποστηρίζει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στην έρευνά της.
«Η Δικαιοσύνη θα βρει τι ισχύει» επανέλαβε ο κ. Μαρινάκης, ενώ διαψεύδοντας τον ίδιο του τον εαυτό κατέληξε πως «οι ίδιοι οι βουλευτές υποστηρίζουν ότι ενήργησαν στο πλαίσιο των καθηκόντων τους και αυτό κρατάμε», μετατρέποντάς την εκδοχή των εμπλεκομένων σε πολιτικό άλλοθι. Οσα υποστήριξε ο κ. Μαρινάκης είναι το μοτίβο μιας αντίληψης όπου η Δικαιοσύνη μας είναι χρήσιμη μόνο όταν βολεύει, ενώ στην πράξη υποκαθίσταται από την επικοινωνιακή διαχείριση. Και κάπως έτσι, ο «σεβασμός στους θεσμούς» μετατρέπεται σε ακόμα ένα φθηνό αφήγημα, που καταρρέει με την πρώτη σοβαρή δοκιμασία.
Η κυβέρνηση εμφανίζεται εγκλωβισμένη στις ίδιες τις επιλογές της, επιχειρώντας να κλείσει πολιτικά μια υπόθεση που παραμένει ανοιχτή δικαστικά και ο κυβερνητικός της εκπρόσωπος, αντί να διαφυλάξει την ελάχιστη θεσμική απόσταση, λειτουργεί ως μηχανισμός προληπτικής «αθώωσης», επιβεβαιώνοντας ότι ο σεβασμός στη Δικαιοσύνη εξαντλείται σε ρητορικά σχήματα επικοινωνιακού χαρακτήρα.