Αυτές οι λέξεις προσδιορίζουν την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ένα πολιτικό κόμμα το οποίο, καίτοι βρίσκεται στην κυβέρνηση και διαθέτει άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, εντούτοις έχει καταφανώς απολέσει την έξωθεν καλή μαρτυρία της κοινωνίας.
Στις εκλογές της 16ης Φεβρουαρίου 1964, τις τελευταίες πριν από τη χούντα, η Ενωσις Κέντρου υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου κατήγαγε σαρωτική νίκη, με 53%, λαμβάνοντας ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά που έχει λάβει ποτέ πολιτικός σχηματισμός. Ο Παπανδρέου υπέδειξε για πρόεδρο της Βουλής τον παλαιό φιλελεύθερο, αλλά και φιλικά διακείμενο προς τα ανάκτορα, Γεώργιο Αθανασιάδη – Νόβα, συνδέοντας μάλιστα την εκλογή του με ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνησή του. Παρά ταύτα, κατά την ψηφοφορία της 19ηε Μαρτίου εκδηλώθηκε εσωκομματική διαμαρτυρία, καθώς ο Νόβας έλαβε μόνο 136 ψήφους από τους 166 παρόντες βουλευτές της Ενώσεως Κέντρου.
Εξοργισμένος από το αποτέλεσμα, Ο Γέρος της Δημοκρατίας προέβη αμέσως στην ακόλουθη δήλωση: «Με βαθυτάτην θλίψιν, αγανάκτησιν και εντροπήν αναγγέλλω εις τον δημοκρατικόν κόσμον της Ενώσεως Κέντρου ότι η δημοκρατία σήμερον επροδόθη εις την Βουλήν. Οι θριαμβευταί της 16ης Φεβρουαρίου εγίναμεν η χλεύη των ηττημένων…». Αυτές οι πέντε τελευταίες λέξεις προσδιορίζουν έκτοτε, κατά αξεπέραστο τρόπο, την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ένα πολιτικό κόμμα, το οποίο, καίτοι βρίσκεται στην κυβέρνηση και διαθέτει άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, καίτοι δεν απειλείται από την αντιπολίτευση, καίτοι δείχνει να προηγείται στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων, εντούτοις έχει καταφανώς απολέσει όχι μόνο την εσωτερική συνοχή του και την πρωτοβουλία των κινήσεων, αλλά και την έξωθεν καλή μαρτυρία της κοινωνίας.
Το ακόμη χειρότερο γι’ αυτό το κόμμα συμβαίνει όταν η αυτή η φράση έχει μπει για τα καλά τόσο στο στόμα όσο και στο πώς αισθάνονται όχι μόνο οι κατά καιρούς ψηφοφόροι του, αλλά και όσοι ιδεολογικά εντάσσονται στον χώρο του. Και κάτι τέτοιο πολύ φοβούμαι ότι συμβαίνει μ’ έναν διόλου ευκαταφρόνητο αριθμό ανθρώπων που τοποθετούν τον εαυτό τους στο εύρος που καθόρισε για τη Νέα Δημοκρατία ο Κωνσταντίνος Καραμανλής κατά την ιδρυτική της διακήρυξη της 4ης Οκτωβρίου 1974. Επιλέγω ενδεικτικά:
«Νέα Δημοκρατία είναι το σύστημα με το οποίο οι ολιγώτεροι και οι επώνυμοι καθοδηγούν αντί να καταδημαγωγούν, εκπροσωπούν αντί να καταδυναστεύουν -και σε τελική ανάλυση υπηρετούν- και περισσότερους και ανωνύμους. -Οτι θα υπηρετεί πάντα και μόνο τα αληθινά συμφέροντα του έθνους, που βρίσκονται πέρα και πάνω από τις παραπλανητικές ετικέτες της Δεξιάς, του Κέντρου και της Αριστεράς. -Οτι θα θεωρεί πάντα όλους τους Ελληνες όχι μόνο ίσους απέναντι των νόμων, αλλά και με ίσα δικαιώματα απέναντι των βιοτικών ευκαιριών και των δυνατοτήτων που διανοίγει ο πολιτικός, οικονομικός και κοινωνικός βίος…».
Πόση σχέση έχουν τα λόγια αυτά με τα φαινόμενα, κυριολεκτικά (!), που εκδηλώνονται κατά την τρέχουσα διακυβέρνηση; Με τη διαχείρισή τους; Με τη φρασεολογία και την πρακτική πληθώρας υπουργών, βουλευτών και στελεχών της; Πώς μπορεί να νιώθει ο νεοδημοκράτης στην καθημερινότητά του για όλα αυτά; Γιατί να θέλει, αλλά κι αν θέλει, με ποια επιχειρήματα μπορεί να τα υπερασπιστεί; Αν έχει κάτι να πει, πού να το πει και ποιος να τον ακούσει; Πόση πίκρα αισθάνεται κάποιος όταν, ενώ έχουν δικαιωθεί οι βασικές επιλογές του για την πορεία της χώρας, κινδυνεύει να βρεθεί μπροστά στο «εκεί που μας χρωστούσανε μας πήραν και το βόδι»; Πόσα «βόδια» ακόμα αντέχει να σύρει αυτή η «άμαξα»;


