Ο λυρικός τραγουδιστής Γιάννης Χριστόπουλος αποχαιρετά τον Γιώργο Πισσαλίδη με ένα κείμενο που συγκινεί
Tην Τετάρτη 3 Ιουνίου πέθανε σε ηλικία 64 ετών, σε αθηναϊκό νοσοκομείο, ο πολιτιστικός συντάκτης, διανοούμενος και ιδρυτής της ιστοσελίδας Αβαλον των Τεχνών (κάτω φωτό), Γιώργος Πισσαλίδης (κεντρική φωτό).

Ο λυρικός τραγουδιστής Γιάννης Χριστόπουλος (κάτω φωτό) έστειλε στη στήλη ένα εξαιρετικό κείμενο με το οποίο αποχαιρετά τον φίλο του και αποτίνει φόρο τιμής στο «σπάνιο είδος αστού που χάνεται στον καιρό μας», και στο οποίο ανήκε ο Γιώργος:

«Συνήθιζε να αφήνει τα φώτα της βεράντας του πάντα ανοιχτά… Τον Γιώργο τον έχω φίλο κοντά εικοσιπέντε χρόνια, δεν κατάλαβα πόσο γρήγορα πέρασαν. Ξαφνικά κι αθόρυβα ο Γιώργος μάς αφήνει. Ο χαμός του με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι τελικώς είναι δυνατό να υπάρχει ένας αθέατα πληθωρικός άνθρωπος.
Δεν υπάρχει μέτρο για τα ανθρώπινα, όσο κι αν παλεύουμε να τα ταχτοποιήσουμε, αξίες, προτεραιότητες, ανάγκες. Κι όταν έρχεται το τέλος της πάντα σύντομης ζωής μας, τότε σχεδόν όλα με έναν μοναδικό τρόπο ξεκαθαρίζουν… Τώρα που ο Γιώργος έφυγε όλα τα φαινομενικά ατακτοποίητα στην καθημερινότητά μας πήραν σχήμα σαφές. Ο Γιώργος ήταν ο πρώτος επιστήθιος φίλος που χάνω και η παρουσία του με έκανε να νιώσω το νόημα της ουσιαστικής φιλίας.
Ο Γιώργος ήταν σπουδαίος, γιατί πάνω του συναντούσες αντιφατικά στοιχεία αρμονικά τοποθετημένα. Πάνω από όλα όμως είχε ανωτερότητα. Μορφωμένος και καλλιεργημένος, δίχως ίχνος κομπασμού. Ηταν αυτό το σπάνιο είδος αστού που χάνεται στον καιρό μας.
Ενα παιδί της πόλης. Ενας Θεσσαλονικιός που λάτρεψε την Αθήνα και στους δρόμους της, στα θέατρά της, στις κινηματογραφικές αίθουσες, στους χώρους συναυλιών, στα μουσεία, στις πινακοθήκες, στα εστιατόριά της αντλούσε ευχαρίστηση, πότιζε την ακόρεστη δίψα του για τον πολιτισμό. Απορροφούσε με όλη του τη δύναμη κι αγάπη την ουσία της τέχνης.
Αγαπούσε αφόρητα τους καλλιτέχνες. Ακόμα και πράγματα που δεν του άρεζαν (όπως έλεγε) δεν τα κατηγορούσε ποτέ. Ο,τι δεν τον άγγιζε απλώς το προσπερνούσε και με τον τρόπο του με δίδαξε ότι όταν αγαπάς κάτι, σε γεμίζει απόλυτα, δίχως πολλές κριτικές περιδινήσεις. Δεν είχε καμία σχέση με την πληθώρα των χολερικών κριτικών και η στάση του αυτή ήταν από επιλογή. Γιατί ένιωθε πως το να ζεις με την τέχνη δεν σηκώνει μιζέριες και ασχημίες.
Είχε τόση αποστροφή στο δυσάρεστο που ο κόσμος του ήταν ο κόσμος των θρύλων και των ιδεών, ένας κόσμος που μέσα του συναντούσε ιππότες και ευγενικές κορασίδες τις οποίες τις εξιδανίκευε μέσα στη ρομαντική του ψυχή. Δεν κόλλησε την επαγγελματική διαστροφή τού εξυπνάκια ειδήμονα. Είχε σαφή αίσθηση των ρόλων. Για αυτό σεβόταν. Σεβόταν βαθιά κάθε είδους τέχνης. Από το μπαρόκ μέχρι το ρεμπέτικο, την κάντρι μέχρι τη μουσική πρωτοπορία κι όλα τα προσέγγιζε με βαθιά γνώση ουσίας.
Τα τελευταία χρόνια μετά την εκδημία της μητέρας του πέρασε δυσκολίες οι οποίες ενίοτε τον κούραζαν, όμως δεν έχανε το κουράγιο και έκανε σχέδια και σκεφτόταν διάφορα πράγματα που επιθυμούσε να ξεκινήσει. Κι είμαι σίγουρος ότι θα τα ξεκινούσε.
Λίγο καιρό πριν, την ημέρα της γιορτής του, προσκάλεσε τους φίλους του από το στέκι του, το αγαπημένο του EPOCA, να τους κάνει το τραπέζι για να γιορτάσουν μαζί του, Τον Βαγγέλη, τον Δημήτρη, τη Ρέα, τη Νίκη κι εμένα. Κι ήταν ευτυχισμένος, γιατί έδινε την αγάπη του σε ανθρώπους. Γιατί εν τέλει το ύψιστο ιδανικό στη ζωή του ήταν η φιλότητα κι ήταν πάντα παρόν για κάθε φίλο του. Για αυτό πάντα χαμογελούσε.
Τα φώτα της βεράντας του ήταν πάντα ανοιχτά. Αγάπησε το φως κι όλα στον δικό του κόσμο ήταν φωτεινά. Στο νοσοκομείο όταν πήγα να τον δω, όπως και την προηγούμενη μέρα, έμαθα ότι έφυγε. Το βράδυ πέρασα έξω από το σπίτι του, είχα ανάγκη να βρεθώ κοντά στη γειτονιά που κάναμε τις βόλτες μας.
Οταν έφτασα έξω από το σπίτι του, σήκωσα τα μάτια μου και είδα τα φώτα της βεράντας του πιο φωτεινά από ποτέ. Σαν να έλεγε σε όσους τον αγαπήσαμε: “Σας αφήνω το φως της καρδιάς μου ανοιχτό, γελάστε! Μη μένετε στα μικρά και τα μίζερα, φτιάξτε κάστρα και πολιτείες, μπορούν να υπάρχουν ακόμα και μέσα στα μικρά και τα καθημερινά”. Για αυτό ο Γιώργος είχε τα φώτα της καρδιάς του πάντα ανοιχτά».
Από τη στήλη «Περι πωλητικης» της «δημοκρατίας»

